manosnikol

Η Φωτό Μου
Όνομα:
Τοποθεσία: Greece

Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2014

Τρεις μαχαιριές από κοφτερό λεπίδι

Ψηλά. Χαμηλά. Έρεβος. Πέφτω. Πετώ. Ανιών. Προσπάθεια. Ζάλη. Τα νύχια σκίζουν τα μάγουλα. Ζωή. Θάνατος, θάνατος, θάνατος. Λέει, να ελπίζω. Σε τι; Όλα είναι αέρας…

Σώμα. Εγώ. Κι αυτό, το σώμα. Τόσο σοφό. Του τρελού μυαλού, όλα τα υπομένει. Όλα τα υποφέρει. Παλλόμενο χώμα. Μάτια που κλείνουν. Μηχανή απολαύσεων. Και πόνου…

Μουσική. Αχ, μουσική. Ταξίδι. Ευαισθησία. Ήχοι. Οι φθόγγοι της ακοής. Ζωοποιοί. Χειμαρρώδεις. Και στο τέλος η αγία Λύπη. Πάντα ήμουν με τους αδύναμους. Πως αλλιώς Μάνα…

Τετάρτη, Απριλίου 09, 2014

Το Χαϊκού της Μαντινάδας

Αι ημέραι τας οποίας διέβην
εις Χωρίον τι, ότε ήμην μειράκιον
κατέληξαν, ωιμέ!
ως σφαγιασθέντα ερίφια εκ του τένοντος της πτέρνας, κρεμάμενα.

Αυτό που "θέλει" να πει η παραπάνω παράθεση, με απλά λόγια, είναι:

"Κάποιος γεννήθηκε σ' ένα μικρό χωριό και μεγάλωσε εκεί μέχρι τα δέκα του. Ύστερα έφυγε για την μεγάλη πόλη. Πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε, έκανε δική του οικογένεια, αλλά όποτε του 'ρχονταν οι σκέψεις από τα παιδικάτα του -κι όσο μεγάλωνε τόσο πιο πολύ του 'ρχονταν- πόσο παράξενο! ήταν τόσο ζωντανές και διαυγείς οι σκηνές στην παραμικρή τους λεπτομέρεια, ενώ ταυτόχρονα εμπεριείχαν ένα "γλυκό πόνο", ώστε στο τέλος, όλες εκείνες "οι μέρες του χωριού" να καταγράφονται εντός του, όχι σαν κάτι πεθαμένο ή ξεχασμένο αλλά τις παρομοίαζε σαν μικρά αρνάκια, που μόλις τα έχουν σφάξει και τα 'χουν κρεμάσει σε τσιγκέλια, με το αίμα τους να στάζει, ακόμη ζεστό, στο έδαφος..."

Όλα αυτά όμως -κι εκεί ήθελα να καταλήξω- εκφράζονται πολύ πιο λιτά και συμπυκνωμένα, νομίζω, με την παρακάτω μαντινάδα:

Οι μέρες απού πέρασα
εις το Χωριό κοπέλι
ώφου πως εποδώκανε:
σφαχτά εις το γκεγκέλι.

* εποδώκανε=κατήντησαν

  

Κυριακή, Απριλίου 07, 2013

Ποιο το χρώμα της Αγάπης (1);

Πριν από λίγες μέρες πήγα και άκουσα τον Λουδοβίκο σ’ ένα μικρό μπαρ στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Για άλλη μια φορά συμμετείχα σε μια μυσταγωγία που συντελούνταν. Ο Λουδοβίκος είναι εικονοπλάστης και παραμυθάς. Παίρνει καθημερινές στιγμές από τις ζωές των ανθρώπων και τις «φωτίζει», παρουσιάζοντας τες μπροστά σου χωρίς φτιασίδια κι αυτό είναι αρκετό για να σου προκαλέσει έκρηξη συναισθημάτων εντός σου, πηγαίνοντας σε πίσω στις «αρχέγονες» μνήμες, που σε καθορίζουν, ερήμην σου.
Με το μαντολίνο του τραγουδά τον έρωντα με ταπεινότητα και ειλικρίνεια, κι αυτό, επειδή εμπεριέχει ανεκπλήρωτους έρωτες χιλιάδων  ανθρώπων, έχει μια μαγική επίδραση πάνω σου, κάνοντας σε να αναστενάζεις  μέσα απ’ τα φύλλα της καρδιάς σου…
Η μουσική και ο λόγος των τραγουδιών του δεν είναι σαν τελάλης που ξεφωνίζει πάνω σ’ ένα βράχο ψηλό, «απαιτώντας» να τον ακούσουν. Αντιθέτως είναι ένα τρυφερό ψιθύρισμα στο αυτί  που σε καθησυχάζει όπως το νανούρισμα της μάνας.
Δεν είναι χείμαρρος που διαρκεί για λίγο, όσο διαρκεί μια μπόρα που όμως παρασέρνει τα πάντα στο διάβα της αφήνοντας πίσω της μόνο καταστροφές. Είναι μια μικρή πηγή που αναβλύζει δροσερό και καθαρό νερό και που γύρω της φυτρώνουν μανουσάκια, μαργαρίτες και παπαρούνες και σου επιτρέπει να σκύψεις και να πιείς μέχρι να ξεδιψάσεις κι ύστερα να «δεις» το πρόσωπο σου να καθρεφτίζεται μέσα στην μικρή λιμνούλα που σχηματίζει πριν πάρει τον κατήφορο…  
Ο Λουδοβίκος σε φέρνει μπροστά σ’ αυτά που δεν χρειάζονται λόγια για να εξηγηθούν, απλούστατα γιατί δεν εξηγούνται: Μπροστά στον θάνατο μ’ ένα μοιρολόι2, μπροστά στην εικόνα μιας γυναίκας νεράιδας3, στον «σαλεμένο»4 από ανεκπλήρωτη αγάπη, αναρωτιέται που άραγε να κατοικεί αυτή5, κάνει την υπέρβαση και συνταιριάζει τ’ αντίθετα6 χρησιμοποιώντας τόσο τρυφερά τα γράμματα της άλφα βήτα7
Με το μαντολίνο του φαντάζει σαν τον Ερωτόκριτο8 έξω από το παλάτι να τραγουδά στην Αρετούσα για μιαν αγάπη μπιστική κι ύστερα γίνεται κανταδόρος κάτω από το παραθύρι της αγαπημένης9, περιμένοντας ένα αδιόρατο νεύμα της που θα του δείξει ότι ανταποκρίνεται...
Αυτό που μεταδίδει δεν είναι μαζικό. Δεν μεταδίδει αυτό το «ελάχιστο» που έχουν ως κοινό παρονομαστή όλοι όσοι γίνονται «πίτα» στα σκυλάδικα της πόλης, θεωρώντας ότι ένιωσαν κάτι…
Ο Λουδοβίκος είναι αυθεντικός και γνήσιος λαϊκός άνθρωπος. Μεγαλωμένος στην σκληρή και άγονη πέτρα του Ψηλορείτη κάνοντας παρέα με τα πρόβατα και τις αίγες στα χαράκια, κατάφερε να συμπυκνώσει όλο τον καημό και την «θηλυκή» πλευρά του άντρα του τόπου του, που ενώ από την μια είναι άξεστος και σκληρός με ένα -κακώς εννοούμενο πολλές φορές- εγωισμό, από την άλλη έχει μιαν απίστευτη ευαισθησία την οποία δεν ντρέπεται να προβάλει μέσα από τις μαντινάδες, τη μουσική, το χορό, απ’ αυτά που λέγονται μα περισσότερο απ’ αυτά που δεν λέγονται αλλά υπονοούνται.
Κι ακριβώς επειδή έχει το χάρισμα μέσα από τα τραγούδια του να συμπυκνώνει αυθεντικές παραδοσιακές, αιώνιες αξίες, γι’ αυτό και συγκινεί τόσους πολλούς ανθρώπους που δεν έχουν αυτά τα βιώματα, τα κουβαλούν όμως μέσα τους ως συλλογική συναισθηματική μνήμη.
Ο Λουδοβίκος λέει και ωραίες ιστορίες10 και ωραία ανέκδοτα11. Έχουν κι αυτά  την χάρη τους κι έχει την ικανότητα να τα εντάσσει αρμονικά στο πρόγραμμα του, δίνοντας στο κοινό του την ευκαιρία να μεταπηδά από τον αναστεναγμό στο δάκρυ κι από κει στο γέλιο και πάλι πίσω. Όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή.
Ο Λουδοβίκος είναι ένας άντρας αισθηματίας, όπως λέμε στην Κρήτη.  Δίνει άπλετο χώρο στα αισθήματα ν’ ανθίσουν, παράλληλα όμως έχει και την αίσθηση του μέτρου12.  Αυτός είναι και ο λόγος τελικά που τον κάνει ένα σπουδαίο καλλιτέχνη…

12. http://www.youtube.com/watch?v=OgzIA6Kv_Tc

Τρίτη, Ιανουαρίου 01, 2013

Η Ζωή του Π.


Τριακοστή πρώτη του Δεκέμβρη 2012. Ο Π. ξύπνησε κατά τις δέκα το πρωί, όπως έκανε τους τελευταίους μήνες.
 Έκανε προσπάθεια να σηκωθεί. Ο πονοκέφαλος ήταν εκεί, παρών από χθες το βράδυ, όπως και η πίκρα στο στόμα. Σύρθηκε μέχρι το μπάνιο κι έριξε το παγωμένο νερό στα μούτρα του.
Θυμήθηκε ότι σαν σήμερα κλείνει δυο χρόνια χωρίς δουλειά. Στην αρχή το πάλεψε με επιμονή και πείσμα.
–Εμένα δεν θα με πάρει από κάτω, έλεγε στον εαυτό του. Τι στο διάολο, ένα κορμί ολομόναχο είμαι, δεν μπορώ να το θρέψω;
Τον πρώτο μήνα έκανε αναγνωριστικές κινήσεις. Ήρθε σ’ επαφή με όλους τους γνωστούς του –φίλους δεν είχε, στα πενήντα του και μετά το θάνατο της μάνας του, που γιατροπόρευε για χρόνια, ανακάλυψε ξαφνικά ότι είχε αποκοπεί από τις παρέες του, όλοι οι φίλοι του είχαν παντρευτεί, είχαν παιδιά, υποχρεώσεις, που να τους βαρύνει τώρα, αποσύρθηκε λοιπόν «ανεπαισθήτως» απ’ τη ζωή τους κι αυτοί απ’ την δική του…-
Όλοι του εξέφραζαν την συμπάθεια τους, ότι σίγουρα κάτι θα βρεθεί, θα ‘χουν κι αυτοί το νου τους, να μην ανησυχεί…
Πέρασαν έτσι δώδεκα μήνες χωρίς να το καταλάβει. Κι ένα πρωί σηκώθηκε κι ανακάλυψε ότι τον είχε πάρει από κάτω. Όσο κι αν πίστευε πως η λογική του υπερτερούσε, το «γαμημένο» το σώμα του  έκανε του κεφαλιού του. Άρχισε να ‘χει κομμάρες, να τρέμει ολόκληρος λες κι είχε σαράντα πυρετό, τρομεροί πονοκέφαλοι τον κατάτρυχαν κι όταν πια δεν τ’ άντεξε όλα αυτά και πήγε μια νύχτα στο εφημερεύον νοσοκομείο, αφού τον εξέτασαν του είπαν ότι είχε υψηλή πίεση και αγχώδη διαταραχή και καλό ήταν να ηρεμήσει και να πάψει να στενοχωριέται, του ‘δωσαν και κάτι χάπια, ειδικά της πίεσης έπρεπε να τα παίρνει δια βίου.
Οι μέρες κι οι βδομάδες συνέχισαν να περνούν κι αυτός, παρ’ όλο που προσπαθούσε να ξεφύγει, να βρει ένα λόγο να ζει, σιγά-σιγά ένιωθε ότι βυθιζόταν σε μια νάρκη, φοβόταν ν’ αφεθεί στον ύπνο και μόνο κατά το χάραμα αποκοιμιόταν. Όταν ξυπνούσε ο πονοκέφαλος ήταν εκεί, όπως και πίκρα στο στόμα…
Σήμερα, παραμονή πρωτοχρονιάς αποφάσισε να πάει να δει στο σινεμά το έργο «Η Ζωή του Πι». Είχε διαβάσει το βιβλίο πριν από χρόνια, δεν θυμόταν τις λεπτομέρειες, θυμόταν όμως πόσο έμπνευση του ‘χε δώσει ο ήρωας με την θέληση του για ζωή. Διαβάζοντας λοιπόν πως γυρίστηκε σε ταινία σκέφτηκε να πάει να την δει, μπας και τον βοηθήσει λίγο να ξεκολλήσει από την μιζέρια του. Το πρώτο γράμμα του ονόματος του εξάλλου ήταν το Π. κι αυτό τον έκανε πιο επιρρεπή στο να ταυτισθεί με τον ήρωα του έργου.
Αποφάσισε να πάει στην πρώτη προβολή στις δωδεκάμισι το πρωί, στα ster cinemas. Ήθελε να είναι με όσο το δυνατόν λιγότερους μαζί, μια που τελευταία είχε αποκτήσει και μια αγοραφοβία κι από την άλλη ντρεπόταν λίγο να τον βλέπουν ολομόναχο κι αυτοί δυό-δυό ή παρέες ή με τα παιδιά τους, τι έκανε αυτός εκεί, ένας απόκληρος…
Χώθηκε στην αίθουσα στις δώδεκα και τριάντα ένα. Μόλις είχαν σβήσει τα φώτα. Για να μην τον δουν και να μην τους δει… Κάθισε σε μια καρέκλα, στον διάδρομο, πάντα καθόταν στον διάδρομο για να μπορεί να φύγει γρήγορα αν χρειασθεί, αν τον πιάσει εκείνο το σφίξιμο στο λαιμό και δεν μπορεί να ανασάνει.
Μετά από ένα λεπτό που συνήθισε στο σκοτάδι κοίταξε ένα γύρω και ανακάλυψε πως ήταν ο λ ο μ ό ν α χ ο ς μέσα στην αίθουσα. Ένιωσε ανακούφιση και ταυτόχρονα  μια ντροπή κι ένα παράπονο…
Άρχισε να παρακολουθεί την ταινία. Ήταν μια γλυκιά ταινία κι αφέθηκε να τον πάρει η ροή της. Παρακολουθούσε τον ήρωα να προσπαθεί να επιβιώσει ο λ ο μ ό ν α χ ο ς μέσα σε μια βάρκα στη μέση του ωκεανού μαζί με μια τίγρη κι αισθανόταν να ταυτίζεται απόλυτα μαζί του… Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς… Κι όταν άρχισε ο ήρωας να λέει: -Παραδίνομαι σε σένα Κύριε! Κάνε με ότι θες, πάρε με κοντά σου! Άρχισε κι αυτός -ένας άθεος- να ψιθυρίζει: -Παραδίνομαι σε σένα Κύριε! Βοήθησε με Κύριε! Βοήθησε με Κύριε! Βοήθησε με Κύριε! (τα μάτια του δυο βρυσούλες που έτρεχαν ασταμάτητα…)

Ένοιωσε ένα δυνατό πόνο στο στήθος, σαν να τον έσφιγγε μια τεράστια τανάλια. Δεν κράτησε πολύ… τον βρήκε στο τέλος της προβολής της ταινίας, μια ταξιθέτρια, που μπήκε μέσα για να καθαρίσει. Είχε χαλαρώσει κι η ρυτίδα που είχε ανάμεσα στα φρύδια του, είχε εξαφανισθεί. Ένα χαμόγελο ήταν απλωμένο στο πρόσωπο του κι ας μην είχε ζωή επάνω του…

Τρίτη, Δεκεμβρίου 04, 2012

Του πρώτου Έρωτα

Του πρώτου Έρωτα
 Είχα ένα έρωτα Ουρανό
και μια χαρά όλο Θάλασσα
έτρεμα όταν σ’ αγκάλιασα
πρώτη φορά στα δεκαοκτώ

Σ’ αγάπησα, σε πόνεσα, με όλο μου το αίμα
μικρό παιδί ‘μουν κι άμαθο, στου Έρωτα το ψέμα
 η αγκάλη Σου παράδεισος, ήταν μαζί και όαση
ζούσα μέσα σε όνειρο, μα ξύπνησα στην κόλαση

Έχω μια ελπίδα Χίμαιρα
μια λύπη Αχερουσία
και είναι χωρίς ουσία
τα αιώνια κι εφήμερα 

Πέμπτη, Ιουλίου 12, 2012

Ωδή στην Άμμο (Si)


Αγαπημένο μου Κομπιούτερ,
Θέλω να σε ευχαριστήσω για ότι μου έχεις προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια. Ιδιαίτερα όμως για ότι έχεις κάνει για μένα τον τελευταίο ενάμισι χρόνο.
Τόσες ατέλειωτες ώρες μοναξιάς εσύ ήσουν δίπλα μου: να με συντροφεύεις, να με πληροφορείς, να με συνδέεις με τον «έξω» κόσμο. Αλήθεια τι θα ‘κανα αν δεν ήσουν εσύ να μου προσφέρεις έναν κόσμο πολύ πιο αληθινό και πραγματικό απ’ τον κόσμο που θα ‘φτιαχνε το μυαλό μου τόσες ατέλειωτες ώρες μοναξιάς: ένα κόσμο αυτολύπησης και κατάθλιψης.
Κάθε pixel στην φωτεινή σου οθόνη ήταν για μένα ένα αστέρι-φίλος στον ουρανό του σύμπαντος-κόσμου της εικόνας. Κάθε σου πλήκτρο με καθησύχαζε με τον στιλπνό του ήχο καθώς ακούγονταν στ’ αυτιά μου σαν νότες που σχεδιάζουν λέξεις, φράσεις, νοήματα.
Μέσα από σένα έμαθα, άκουσα κι είδα πράγματα, ιδέες, τόπους, ανθρώπους που αλλιώς δεν θα τα γνώριζα ούτε σε δέκα ζωές. Ακούω να λένε πως η επαφή μαζί σου αποξενώνει τον άνθρωπο από τους άλλους. Μεγάλο ψέμα!
Ειδικά όταν μένεις χωρίς δουλειά -όπως κι όταν αρρωστήσεις- στην αρχή όλοι: οικογένεια, φίλοι συγγενείς, ενδιαφέρονται για σένα, ρωτούν, τηλεφωνούν, σου δίνουν κουράγιο και σε παρηγορούν. Γρήγορα όμως αυτό –η ανεργία, η αρρώστια- γίνεται ένα κατεστημένο γι’ αυτούς, κάτι δεδομένο, ο εγκέφαλος τους το καταχωρεί σ’ ένα κουτάκι κι έτσι «γυρνάνε» στα παλιά, στα καθιερωμένα, εκεί που σε έχουν κατατάξει… εξάλλου έχουν κι αυτοί τα προβλήματα τους, τις σκοτούρες τους, τις δουλειές τους…
Κι εσύ, καθώς περνά ο καιρός πρέπει να βρεις να κρατηθείς από κάπου που να μπορεί να σε «υποστηρίζει» κάθε μέρα και ιδίως κάθε νύχτα που οι άλλοι κοιμούνται κι εσύ δεν…
Μετά από τόσο καιρό που άντεξες και σιγά-σιγά βλέπεις να γλιστράς γλυκά προς την κατάθλιψη όπως κάποιος που αφήνεται στο λήθαργο του ύπνου-θανάτου, στο χιονισμένο βουνό, όταν έχει εξαντληθεί πια απ’ την προσπάθεια…
Και είμαι τυχερός στ’ αλήθεια που βρίσκομαι σ’ αυτήν την εποχή που ο άνθρωπος πήρε ένα «ευτελές»  υλικό, την άμμο, κι έφτιαξε εσένα αγαπημένο μου P.C., ένα «παράθυρο» που μέσα απ’ αυτό μπορεί κάποιος να δει, ν’ ακούσει, να νιώσει, να διαβάσει, να μάθει, ότι μπορεί να φανταστεί! Να «διασταλεί» μέσα από οπτικές ίνες και να αποκτήσει επαφή με τα πέρατα της γης.
Τι ευκαιρία! Τι θαύμα είναι αυτό! Νομίζω «ποιοτικότερο» και ανώτερο από πολλά άλλα θαύματα που ισχυρίζονται ότι έκαναν κάποιοι Μεσσίες.
Έτσι λοιπόν, Οὐ πολλοῦ δέω χάριν ἔχειν ὦ φίλοι, τῷ υπολογιστή, ότι με υποστήριξε όλο αυτό τον καιρό σ’ αυτόν τον σκληρό αγώνα για να κρατηθώ στην «επιφάνεια», να συνεχίσω να «κολυμπώ», ενάντια στην αποδοχή της απόγνωσης και της απελπισίας…δεν απέχω πολύ από το να χρωστώ ευγνωμοσύνη σε ένα «μηχανάκι» που δεν με εγκατέλειψε όταν οι πιο κοντινοί μου άνθρωποι το έκαναν..
Και δεν θα διστάσω να πω αγαπητό μου P.C. να «ζήσεις» και να «εξελιχτείς» και να σου «τύχουν» τόσα καλά, όσα η άμμος της θάλασσας. Αν κι αυτό το τελευταίο είναι ταυτολογία, το ξέρω…   

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 06, 2011

Στον Τόπο μου, που αγάπησα με όλο μου το αίμα…





Αφιερωμένο στον Βαρδή, στη Ρένα, στο Γιώργη, στη Λιλή. στον Βασίλη, στον Αντρίκο, στη Βαγγελιώ, στο Μπάμπη. στον Αχιλλέα, στο Μάνο, στον Κωστή. Σ’ αυτούς που καταλαβαίνουν και σ’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν. Σ’ όσους θυμούνται και σ’ όσους ξέχασαν…Σ’ αυτούς που έφυγαν μα βρίσκονται ακόμη μέσα μου…

Γλυκά μπερδεύονται οι μνήμες, τα σώματα κι η σάρκα. Οι μικρές ατέλειες του δέρματος που σε κάνουν να συνειδητοποιείς την τελειότητα της ύπαρξης.

Ένα ποτήρι κρασί, χιλιάδες χρόνια τώρα, ανοίγει τις καρδιές των ανθρώπων κι εγώ στην κορφή του Κουλούκονα ν’ αγναντεύω τα παιδικάτα μου που ‘ταν γεμάτα μυρωδιές από φασκομηλιά και ρίγανη κι αλαδανιά στιφή…

Η ζωή που δέθηκε με την σκόνη της θλίψης καθώς σκοντάφτει στην πέτρα που καίει. Κι ο ήσκιος κάτω από τη βελανιδιά ή τη χαρουπιά, δίπλα από το πιγάιδι του Τζίγκουνα με το παγωμένο νερό τα μεσημέρια του τρύγου με τις αίγες να αναχαράσουν πιο δίπλα…

Ο λόγος είναι Λόγος κι ο Κόλυμπος με τους ευκάλυπτους καρφί στο ξυπόλυτο πόδι μου. τι να ‘φταιξε που αιώνες μετά, μέσα απ’ το τρέμουλο του καυτού αέρα, αγναντεύω πέρα την Καβούσα και την Αβδελαρά και διακρίνω ακόμα βαθύτερα τους ασπαλάθους και τα Λινόξυλα που ανάβουν μεμιάς στην παραστιά της λύπης να ψήνουν χαλβάδες και τηγανίτες περιχυμένες με μέλι, τα φωτισμένα με το λύχνο κρύα βράδια του χειμώνα.

Ώχ!, και δεν θα ξανάρθουν οι στιγμές που πλημύριζες από χαρά καθώς άπλωνες το δάχτυλο στη γούρνα της βρύσης κι άφηνες ν’ ανέβει πάνω του η μέλισσα που πνιγόταν, περιμένοντας υπομονετικά να στεγνώσουν τα φτερά της κι ύστερα φφρρρ! να πετά προς τη γύρη της ζωής, χωρίς να σε τσιμπήσει… είχες την δύναμη τότε να σώζεις ζωές τόσο φυσικά, όσο φυσικά σου ‘δινε η ροδακινιά τα χνουδάτα ζουμερά ροδάκινα της ή όσο φυσικά μοιραζόσουν μαζί μ’ ένα σκουλήκι ένα ολοκίτρινο βουτυράτο απίδι από τον Πλατύ Λαγγό…

Αλίμονο! και χάθηκαν ανεπιστρεπτί οι χρυσοκίτρινες σουλτανί ρόγες απ’ το Καλάμι κι απ’ τα Βαθειά στενά κι απ’ άλλους τόπους και πως θα μεγαλώνουν τάχα τα μικρά γερμανόπουλα χωρίς τις σταφίδες μας που δεν τις πήρε η ξαφνική μπόρα;

Να μη μιλήσω καλύτερα για τα ξυλάγγουρα και τις ντομάτες, τις μελιτζάνες και τις πιπεριές, τα καρπούζια που σκάγανε στην πρωινή δροσούλα, τα πεπόνια και τις μπάμιες στο μποστάνι που το φύλαγε το σκιάχτρο απ’ τα πουλιά…

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2011

Ας φρόντιζα(ν)

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Θεσσαλονίκη,
όλη τη φτώχεια της μου πρόσφερε·
αυτή η μοιραία με την εσώκλειστη προοπτική.

Κι ούτ’ είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Το αντίθετο μάλιστα.
Αν και κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
αλλά και στην τέχνη του μηχανικού ειδήμων
εν τούτοις μην έχοντας φιλίες με αρχηγούς και κομματόσκυλα.
Φρονώ πως είμαι στα γεμάτα ενδεδειγμένος
για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
μες απ’ του άνεργου τη θέση.

Κι’ ό, τι δουλειά κι αν βρω –αν βρω- θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα οφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, θα φταίω εγώ.

Παρ’ όλο που δεν απευθύνθηκα σε κανέναν τους,
Θα φταίω εγώ για το αψήφιστο της εκλογής.
Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ανήσυχη
Διότι βλάπτουν κι οι τριακόσιοι την Ελλάδα το ίδιο.

Όντας κατεστραμμένος άνθρωπος, φταίω εγώ.
Παρ’ όλο που ο ταλαίπωρος δεν τα ‘φαγα μαζί τους.
Ας φρόντιζα μαζί με τον υπόλοιπο λαό
να αναδειχθεί ένας αληθινά καλός ηγέτης
.
Μετά χαράς θα πήγαινα τώρα μ’ αυτόν…

Υ.Γ. Ελπίζω Κ.Π.Καβάφη να μου συγχωρήσεις την ύβριν…

http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=69&cat=1

Σάββατο, Απριλίου 09, 2011

Μετά την Απόλυση

Μια μέρα λοιπόν, μετά από είκοσι οκτώ χρόνια δουλειάς βρίσκεσαι με την απόλυση στο χέρι. Στην αρχή δεν συνειδητοποιείς τι έχει συμβεί. Είναι όπως όταν τρακάρεις, ας πούμε. Βγαίνεις από το αμάξι γεμάτος αίματα με το κόκκαλο του χεριού σου σπασμένο, να έχει σκίσει τη σάρκα που το περικλείει και να έχει πεταχτεί έξω. Όμως δεν πονάς, είσαι ακόμη «ζεστός»… Περισσότερο αισθάνεσαι έκπληξη παρά πόνο καθώς παρατηρείς το σπασμένο χέρι, νομίζεις πως δεν συμβαίνει πραγματικά σ’ εσένα αυτό, ότι μάλλον είσαι ηθοποιός και παίζεις σε κάποια ταινία…

Ξυπνάς το πρωί την ίδια ώρα όπως και πριν, χωρίς ξυπνητήρι. Σηκώνεσαι κι αρχίζεις να ετοιμάζεσαι λες κι έχεις κάπου να πας… αλλά δεν έχεις.

Τα παιδιά φεύγουν για το σχολείο κι η γυναίκα για δουλειά. Μένεις μόνος στο σπίτι. Τι περίεργο! Ζούσες τόσα χρόνια σ’ αυτό το σπίτι κι όμως σου φαίνεται σαν να το βλέπεις για πρώτη φορά. Γιατί τόσα χρόνια δεν το ‘χες δει ποτέ μ’ αυτό το πρωινό φως να το λούζει, δεν είχες ακούσει αυτούς τους πρωινούς θορύβους της απουσίας, αυτό το άδειο που ‘ναι και μέσα σου κι απ’ έξω…

Οι μέρες περνούν η μία μετά την άλλη κι εσύ παρατηρείς πως γύρω σου τίποτα δεν αλλάζει. Το σκουπιδιάρικο περνάει πάντα την ίδια ώρα, η γειτόνισσα απέναντι περιποιείται όπως κάθε απόγευμα τις γλάστρες της, οι λογαριασμοί εξακολουθούν να γεμίζουν το γραμματοκιβώτιο λες και τίποτα δεν συνέβη… λες και δεν κατέρρευσε ο κόσμος εντός σου, λες και δεν τρέμεις σαν μικρό πουλί που έπεσε από τη φωλιά του και το χειρότερο όλων: ούτε καν ο ήλιος δεν παρατήρησε την τεράστια αλλαγή μέσα σου αλλά αδιάφορος συνεχίζει να ανατέλλει και να δύει δίχως να «κοιτάζει την δικιά σου μελαγχολία»…

Τα βράδια σου γίνονται ανήσυχα. Ξυπνάς από τις τέσσερις αλλά δεν σηκώνεσαι για να μην ενοχλήσεις τους υπόλοιπους που κοιμούνται. Μένεις έτσι ανάσκελα, με τα μάτια ανοικτά, να παρατηρείς το ταβάνι μέσα στο θαμπό φως της απόγνωσης… ανακαλείς τότε μνήμες παιδικές κι ενώ βρίσκεσαι μεταξύ ξύπνιου και ύπνου, αισθάνεσαι το χέρι της μάνας να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και να σε νανουρίζει…

Όμως το πρωί έρχεται πάλι, σκληρό, αδυσώπητο, ανελέητο κι αυτό το χάδι χάνεται, εξατμίζεται λες και δεν υπήρξε ποτέ…

Για να δούμε λοιπόν τι μας επιφυλάσσει η συνέχεια…

ΠΡΟΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΣΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΗ

Τέσσερις μήνες απλήρωτοι. Ο πρόεδρος της εταιρίας, τους ανακοίνωσε σήμερα ότι πάνε για κλείσιμο. Οι πιθανότητες να βρει μια νέα δουλειά στα πενήντα δύο του ήταν όσες περίπου και της Σάρας να μείνει έγκυος. Κι αν αυτή τα κατάφερε τελικά ήταν γιατί είχε «ισχυρό μέσον» πράγμα που αυτός βεβαίως δεν διέθετε.

Μπήκε στ’ αμάξι σαν αυτόματο. Βρισκόταν σε μια κατάσταση «αλλοιωμένης» συνείδησης, όπου παρακολουθεί κανείς τον εαυτό του να κινείται μηχανικά σαν να είναι κάποιος άλλος, κάποιος ξένος. Σαν ένας ηθοποιός που παίζει έναν ρόλο στο έργο που μέχρι πριν λίγην ώρα ήταν ο Κόσμος, ήταν η Ζωή και που τώρα δεν είναι παρά μια καρικατούρα εντός του… «-Υπάρχω λες κι ύστερα δεν υπάρχεις…» του ‘ρθαν στο μυαλό οι στίχοι του ποιητή. Πάντα στις δύσκολες στιγμές , κατέφευγε στην ποίηση…

Οδηγώντας βγήκε στην Αδριανουπόλεως. Σκεφτόταν πως δεν είχε πληρώσει την ΔΕΗ και το τηλέφωνο και πως σύντομα θα του τα έκοβαν, όμως αυτό δεν τον άγχωνε πλέον. Ήταν σαν όλα αυτά να αφορούσαν κάποιον άλλον. Συνειδητοποίησε -με το λογικό κομμάτι του εαυτού του- ότι βρισκόταν σε κατάσταση ισχυρού σοκ. Έτσι ο εγκέφαλος του για να τον προστατεύσει δημιούργησε αυτήν την εικόνα της αποστασιοποίησης από τα γύρω πράγματα αλλά κυρίως από τα συναισθήματα φόβου και ανασφάλειας που αλλιώς θα τον κατάκλυζαν…

Έφτασε στο φανάρι του Αγίου Παύλου. Εκεί που ο δρόμος συνεχίζει για Περαία και αριστερά στρίβει για τον περιφερειακό.

Τα αυτοκίνητα πολλά. Παρατήρησε ότι τα περισσότερα κατευθύνονταν προς το μεγάλο σούπερ μάρκετ της περιοχής. Στα φανάρια ένας εξηντάρης ζητούσε ελεημοσύνη.

- Κοίτα να δεις, αυτός διάλεξε να παίξει ένα πολύ πιο δύσκολο ρόλο από τον δικό μου, σ’ αυτό το έργο του παραλόγου που όλοι συμμετέχουμε… Βρήκε ένα πενηντάλεπτο στην τσέπη του και του το ‘δωσε. -Είμαστε που είμαστε πάνω στη σκηνή, ας παίζουμε τουλάχιστον πειστικά, σκέφτηκε.

Παρατήρησε το ύψους δέκα μέτρων φωτισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο που ήταν στημένο στην στροφή προς τον περιφερειακό. Για μια στιγμή του ήρθε έντονη η επιθυμία να βγει από το αμάξι, να σκαρφαλώσει στην κορφή του δέντρου και ν’ αρχίσει να ουρλιάζει: Ξυπνήστε ρε! Ξυπνήστε!

Όμως αμέσως κατάλαβε την ματαιότητα του εγχειρήματος κι έτσι το μόνο που έκανε ήταν να βάλει απαλά την πρώτη, αφήνοντας το αυτοκίνητο να κυλήσει ομαλά καθώς το φανάρι άναψε πράσινο…

Παρασκευή, Ιουλίου 30, 2010

ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΕΙ ΚΑΥΣΩΝΑ (;)

*από σχόλια που έκανα στο Ημερολόγιο του Καύσωνα του Ν. Δήμου http://doncat.blogspot.com/2007/06/blog-post_23.html

Σήμερα έχει καύσωνα…έτσι διατυμπανίζουν όλα τα μέσα ενημέρωσης, με τόση λύσσα που θες δεν θες αρχίζεις να πανικοβάλλεσαι… Σου δημιουργούν ένας άγχος, μιαν αγωνία λες και επέρχεται το τέλος του κόσμου.

Κι όμως…

Σκέψου λέει να είναι Αύγουστος με 35ο υπό σκιάν και συ δώδεκα, δεκατριών, δεκατεσσάρων, να κουβαλάς τα κοφίνια με τα σταφύλια, δυο-δυο στους ώμους και ν’ ανεβαίνεις μιαν ανηφόρα με 10ο κλίση και περίπου 200 μέτρα απόσταση, να τα αδειάζεις και με άδεια τα κοφίνια να παίρνεις τον κατήφορο για να επαναλάβεις το ίδιο μέχρι να δύσει ο ήλιος…
Όμως ή πιο μαρτυρική στιγμή ήταν μετά το διάλειμμα που κάναμε το μεσημέρι, όπου τρώγαμε και μετά ξαπλώναμε για καμιά ώρα κάτω από τη σκιά κάποιας ελιάς…
Όταν σηκωνόμασταν για ν’ αρχίσουμε να κουβαλάμε πάλι κι ένιωθες «να ψήνεται ο τόπος» γύρω σου και το κορμί σου να πονάει παντού από το πιάσιμο, χρειαζόταν στ’ αλήθεια μεγάλη ψυχική αντοχή για να τα καταφέρεις..
Θυμάμαι ακόμη ένα ξάδερφο μου, μεγαλύτερο από μένα, να γυρνάει κάποια στιγμή στο ουρανό και να φωνάζει:
- Ά ρε κερατά Ήλιε και δεν έκανες ποτές σου εργάτης, αλλιώς θα σου ‘λεγα εγώ πόσο γρήγορα θα βασίλευες!
Έτσι σήμερα που βρίσκομαι στο σπίτι μου κι έχει όντως πολλή ζέστη, από την μια ζεσταίνομαι, από την άλλη πάλι όχι…

Και λέω όχι γιατί:
Σκέψου λέει να ‘ναι Ιούλιος, κάψα ανυπόφορη, «να μην κουνιέται φύλλο», να είσαι 11 χρόνων και να κάθεσαι πάνω σε μια πέτρα που είναι τοποθετημένη πάνω σε μια τάβλα που έχει πριονάκια από κάτω και είναι δεμένη πίσω από ένα γαϊδούρι που την σέρνει γύρω-γύρω σ’ ένα αλώνι γεμάτο στάχυα… Και να πρέπει να τραβάς τα σκοινιά του γαϊδάρου κάθε λίγο και λιγάκι για να προχωράει γύρω-γύρω και να μην σταματάει για να τρώει τα στάχυα..
Αν όμως θες να νιώσεις πραγματικά πως είναι να ζεσταίνεσαι και να υποφέρεις απ’ αυτό, σκέψου πως έχει τελειώσει το αλώνισμα και το λίχνισμα και σου φορτώνουν τον γάιδαρο με 4 τσουβάλια γεμάτα με άχυρα, δεμένα με σπάγκο και σου λένε να τα πας στο χωριό –εσύ περπατώντας πίσω από το γάιδαρο-να τα ξεφορτώσεις, να τα αδειάσεις στον αχυρώνα, να πάρεις τα άδεια τσουβάλια και καβάλα πλέον –άρχοντας δηλαδή- να επιστρέψεις στο αλώνι για να επαναλάβεις το ίδιο μέχρι το βράδυ.

Απ’ όλη αυτή την διαδικασία η χειρότερη στιγμή είναι όταν φτάνεις στο σπίτι ιδρωμένος, μούσκεμα, τραβάς τον γάιδαρο δίπλα από το πεζούλι για να ανέβεις επάνω και να φτάσεις να λύσεις τα τσουβάλια από το σαμάρι –γιατί 11 χρονών δεν…- να τα σύρεις μετά ένα-ένα μέχρι τον αχυρώνα να κόψεις τον σπάγκο που ήταν δεμένα για να τα ανοίξεις, να τα πιάσεις από τις δύο κάτω γωνίες, να τα τραβήξεις με δύναμη, απότομα, χτυπώντας στο πλάι με τα γόνατα για να χυθούν τα άχυρα στο πάτωμα και ΝΑ ΕΙΣΠΝΕΕΙΣ όλη την σκόνη που αιωρείται κι όση περισσεύει να κολλάει στο λαιμό σου, στα χέρια σου, στο στήθος, στις μασχάλες, παντού.. και ν’ αρχίζει αυτή η βασανιστική φαγούρα, όπου ιδρώτας και σκόνη από άχυρα έχουν γίνει ένας μαύρος χυλός και σχηματίζουν γραμμές-γραμμές όπως οι πτυχώσεις του δέρματος…

Όμως:
Σκέψου πάλι συνθήκες καύσωνα –αληθινού καύσωνα, όχι γιαλαντζί, να βρίσκεσαι έξω και να σε χτυπά ο ήλιος κατακούτελα και όχι μέσα σε κάποιο διαμέρισμα προστατευμένος-, να ‘ναι Αύγουστος, τρύγος, να είσαι δεκάξι, να φορτώνεις τον γάιδαρο τέσσερα-τέσσερα τα κοφίνια με τα σταφύλια από το αμπέλι και μέσα από ένα μονοπάτι να διανύεις μιαν απόσταση περίπου επτακοσίων μέτρων ανηφόρας, να φτάνεις, να τα ξεφορτώνεις, να τα αδειάζεις, να τα φορτώνεις πάλι άδεια αυτή την φορά κι εσύ καβάλα να επιστρέφεις, για να επαναλάβεις το ίδιο όλη μέρα. Ανιαρό, κοπιαστικό, ιδίως όταν φτάνεις στο τέλος της ανηφόρας με την γλώσσα έξω σαν τα σκυλιά…

Κι όμως Όχι!

Αν έχεις ανακαλύψει τον Έρμαν Έσσε και τον Καζαντζάκη, τότε όλη αυτή η ταλαιπωρία είναι για σένα παιχνίδι! Πώς; Φορτώνεις τα γεμάτα σταφύλια κοφίνια στον γάιδαρο, τον οδηγείς μέχρι την αρχή του μονοπατιού, μετά τον βάζεις μπροστά, εσύ πας από πίσω του, με το αριστερό χέρι πιάνεις την ουρά του και με το δεξί κρατάς το «Τα παιδικά χρόνια του Ντέμιαν» ή τον «Λύκο της Στέπας» ή τον «Σιντάρτα» ή τον «Καπετάν Μιχάλη» ή τον «Τελευταίο Πειρασμό» ή τον «Φτωχούλη του Θεού»…

Έχοντας λοιπόν σαν «οδηγό» την ουρά του γαϊδάρου αρχίζεις να περπατάς διαβάζοντας. Στην αρχή τα πράγματα είναι δύσκολα. Όλο σκοντάφτεις, παραπατάς, καμιά φορά πέφτεις και χτυπάς κανένα γόνατο αλλά…

ΑΝ επιμείνεις μετά από την δεύτερη–τρίτη φορά το ΣΩΜΑ σου μαθαίνει το μονοπάτι, τα πόδια σου «βλέπουν» από μόνα τους τα εμπόδια, τις πέτρες, τα σκαλοπάτια και τις λακκούβες του μονοπατιού κι έτσι –με την βοήθεια της ουράς του γαϊδάρου πάντα- δεν σκοντάφτεις, δεν παραπατάς και ΑΠΕΡΙΣΠΑΣΤΟΣ πλέον συγκεντρώνεσαι στο Διάβασμα και …χάνεσαι.!

Δεν είσαι πια ένα παιδί που περπατάει κάτω από τον καυτό ήλιο, απόγονος του Σίσυφου, δεν νιώθεις κούραση ούτε ζέστη αλλά Αγαλλίαση!

Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία στη ζωή μου. Την απόλαυση όμως που ένιωσα διαβάζοντας αυτά τα βιβλία με τον συγκεκριμένο τρόπο δεν την ξανάνιωσα ποτέ…
Έτσι επανερχόμενος στο παρόν και στον σημερινό «καύσωνα», παρατηρώ τους γύρω μου να δυσφορούν, κι εγώ ζεσταίνομαι πολύ δε λέω, αλλά όμως δεν δυσανασχετώ γιατί τελικά είναι αλήθεια αυτό που είπε ο ποιητής:

« Ο καθείς με τα όπλα του*» που στην συγκεκριμένη περίσταση μπορεί να ειπωθεί και:

« Ο καθείς με τις μνήμες του…»

* Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί

Σάββατο, Φεβρουαρίου 20, 2010

Η ΘΕΙΑ ΜΟΥ Η ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ ΜΙΚΡΗ...

Η θειά μου η Χριστίνα παντρεύτηκε μικρή, ένα χήρο, πολύ μεγαλύτερο της, από το διπλανό χωριό.

Η θειά μου η Χριστίνα ήταν σχεδόν παιδί. Δεν τον ήθελε αυτόν το γέρο, μα τι να κάνει;

Της τον έδωσαν με το ζόρι. Ήταν βλέπεις έξι αδερφές ορφανές από μάνα κι ο πατέρας, πατέρας-αφέντης...

Τα πρώτα χρόνια άντεξε, παρόλο που αυτός την ζήλευε και με το παραμικρό την ξυλοφόρτωνε...

Μια μέρα σηκώθηκε κι έφυγε. Γύρισε πίσω στο χωριό της, στο πατρικό της. Κανείς όμως δεν την καλοδέκτηκε. Όλοι, πατέρας, αδελφές, της είπαν πως η θέση της ήταν πίσω στον άντρα της, δεν είχε καμιά δουλειά εκεί. Τι κι αν κακοπερνούσε; Τι κι αν την έδερνε; Σάμπως ήταν η πρώτη ή η τελευταία; Φαντάζονταν πόσο χειρότερη θάταν η θέση της αν εγκατέλειπε το στεφάνι της; Θάταν μια ατιμασμένη κι αυτή την ατιμία θα την μετέδιδε και σ’ όλες τις αδελφές της...

Η θειά μου η Χριστίνα πήρε το μονοπάτι του γυρισμού με τα πόδια, ολομόναχη. Κάθε της βήμα κι αναφιλητό, κάθε πατημασιά και δάκρυ...μονολογούσε απευθυνόμενη στη μάνα, απ’ αυτήν ζητούσε βοήθεια. Μ’ αυτή είχε πεθάνει από καιρό...

Η θειά μου η Χριστίνα έκανε υπομονή...για μέρες, για νύκτες, για μήνες, για χρόνια...Έπαιρνε τις λίγες κατσίκες που είχε και περπατούσε μια ώρα δρόμο για να φτάσει σε μια κορφή, απ’ όπου μπορούσε να αγναντεύει στο βάθος το χωριό της. Άφηνε τις κατσίκες να βόσκουν κι αυτή καθισμένη σε μια πέτρα, μοιρολογούνταν όλη μέρα για τη χαμένη της ζωή, για τα ματαιωμένα της όνειρα...

Η θειά μου η Χριστίνα ένα βράδυ δεν γύρισε σπίτι της... Μόνο οι κατσίκες γύρισαν σαν σουρούπωσε, αφού ξέραν απ’ έξω τη διαδρομή.

Την βρήκαν την άλλη μέρα πάνω στα βουνά. Είχε ξέπλεκα τα μακριά της μαλλιά με ξεσκισμένα τα μάγουλα και τα στήθη της, γεμάτα αίματα, από τα ίδια της τα νύχια...

Ό σκύλος ο άντρας της –έτσι τον αποκαλούσε η μάνα μου- τον Μάη του ’67 την έκλεισε στο τρελάδικο, το Δαφνί...

Το ’69 ξεριζωθήκαμε κι εμείς απ’ το χωριό μου και βρεθήκαμε στη Αθήνα. Η μάνα μου τότε, έχοντας με για οδηγό –δέκα χρονών εγώ κι αγράμματη αυτή - με έπαιρνε μαζί της κάτι πρωινά Κυριακής, για να της διαβάζω τα ονόματα των λεοφορείων κι έτσι βρισκόμασταν στο Δαφνί...Την έλουζε, την έπλενε ολόκληρη μ’ ένα σφουγγάρι, της άλλαζε τα λερωμένα ρούχα κι ύστερα της έκανε πλεξούδες τα μαλλιά... κι όλη την ώρα της μιλούσε συργουλευτά, σαν σε μικρό παιδί...

Η θειά μου η Χριστίνα πέθανε στο Δαφνί, το Φθινόπωρο του ’73... Η μάνα μου μέσα στα δάκρυα της μου είπε πως καλύτερα που πέθανε, αναπαύθηκε έτσι η βασανισμένη της ψυχή...

Σαράντα χρόνια μετά, όντας μακριά από το χωριό μου, με πιάνει καμμιά φορά μια έντονη νοσταλγία επιστροφής... κλείνω τα μάτια τότε και με βλέπω, μικρό παιδί να βρίσκομαι στην αγκαλιά της θειάς μου, σ’ εκείνο τον λόφο, με τις κατσίκες να βόσκουν αμέριμνες τριγύρω...

Την νιώθω, με το ένα χέρι της να μου χαιδεύει τα μαλλιά, και με το άλλο να μου δείχνει στο βάθος το χωριό μου και που αν δεν ήταν γεμάτα δάκρυα τα μάτια μας, μπορεί να διακρίναμε ακόμη και το ίδιο το σπίτι που γεννηθήκαμε...Κι αυτή κι εγώ...

Τρίτη, Μαΐου 13, 2008

Περί Λογικής

Στο gatti που ήταν η αφορμή να σκεφτώ
να γράψω κάτι για τη λογική

Μέχρι τώρα, όσα έχω γράψει στο blog μου, αφορούν στο κομμάτι της Καρδιάς και των Συναισθημάτων (μου). Για το άλλο μου κομμάτι, της Λογικής δεν έχω γράψει τίποτα. Κι αυτό έχει βέβαια μια …λογική εξήγηση!

Θυμάμαι σχεδόν από πάντα, όσον αφορούσε το λογικό μου μέρος, ότι ήταν στέρεο, με άμεση και εύκολη αντίληψη του εκάστοτε προβλήματος κι αυτό το θεωρούσα δεδομένο.
Παράλληλα θεωρούσα ότι όλοι –σχεδόν- οι άνθρωποι είχαν την ίδια ευχέρεια με μένα σ’ αυτόν τον τομέα, ήταν το ίδιο «έξυπνοι» με μένα, δεν (ήθελα να) διέφερα από αυτούς.

(Μου πήρε πραγματικά πάρα πολλά χρόνια για να αποδεχτώ ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα κι ότι αυτό δεν ήταν κακό, δεν γινόμουν δηλαδή υπερφίαλος και εγωιστής αποδεχόμενος το γεγονός ότι ήμουν πιο έξυπνος από τους περισσότερους που γνώριζα.)
Συνυπήρχαν ταυτόχρονα μέσα μου και ο πάσχων Συναισθηματικός μου κόσμος και ο εύρωστος και υγιής Λογικός.
Μαντέψτε ποιος επικρατούσε τις περισσότερες φορές μέσα μου…

Σκέφθηκα λοιπόν να γράψω κάτι που να αφορά σ’ αυτό το άλλο μου κομμάτι, το Λογικό. Αναρωτιόμουν πως μπορεί να φανεί η ομορφιά και η κομψότητα μιας λογικής διαδικασίας και η επαγωγική σκέψη χωρίς να αναφερθώ σε κάποιο μαθηματικό πρόβλημα που θα μπορούσε να αναδείξει όλα τα παραπάνω.
Παράλληλα ήθελα να είναι κάτι που είχα σκεφτεί και λύσει μόνος μου για να μπορώ να περιγράψω και τις λογικές διεργασίες που συμβαίνουν όταν προσπαθεί κανείς να προσεγγίσει ένα πρόβλημα.

Κατέληξα λοιπόν σε ένα πρόβλημα λογικής που είναι τα παρακάτω:

Δίνονται 10 τσουβάλια που το καθένα περιέχει ικανό αριθμό λιρών. Σε μερικά από αυτά τα τσουβάλια περιέχονται κανονικές λίρες που η κάθε μία ζυγίζει 10 gr ενώ στα υπόλοιπα τσουβάλια περιέχονται κάλπικες λίρες που η κάθε μία ζυγίζει 9 gr.
Έχουμε στην διάθεση μας μια ζυγαριά με ένα ζυγό που δείχνει το ακριβές βάρος του υπό ζύγιση πράγματος.
Πως μπορούμε –παίρνοντας από όποια τσουβάλια, όσες λίρες θέλουμε- με μία μόνο ζύγιση να βρούμε πόσα και ποια τσουβάλια είναι αυτά που περιέχουν κάλπικες λίρες;


Λύση
Λοιπόν, διαβάζουμε το πρόβλημα λέξη προς λέξη ... πάντα στα λογικά προβλήματα πρέπει να δίνεις έμφαση στην διατύπωση του προβλήματος.. και η παραμικρή λεπτομέρεια για να διατυπώνεται, σημαίνει πως κρύβει κάποια πληροφορία… «κάθε τσουβάλι περιέχει ΙΚΑΝΟ αριθμό λιρών», χμ τι σημαίνει αυτό; Μήπως ότι θα χρειαστεί για να λύσω το πρόβλημα να πάρω αρκετές λίρες από το κάθε ένα; Ας το έχω υπόψη μου.. 10 τσουβάλια λίρες…αν πάρω μία λίρα από το κάθε τσουβάλι και τις βάλω πάνω στη ζυγαριά θα μου δείξει μια τιμή.. αν αυτή είναι 100gr τότε έλυσα το πρόβλημα διότι μπορώ να συμπεράνω ότι και τα δέκα τσουβάλια περιέχουν κανονικές λίρες. Ωραία. Αν όμως η ζυγαριά δείξει 99gr τι γίνεται; Μπορώ να βγάλω το συμπέρασμα ότι μόνο ένα τσουβάλι περιέχει κάλπικες λίρες αλλά ποιο; Δεν μπορώ να το προσδιορίσω…άρα δεν βολεύει να πάρω από μία λίρα από κάθε ένα τσουβάλι. Θα πρέπει επομένως να πάρω διαφορετικό αριθμό λιρών από κάθε τσουβάλι…
Να το ξανασκεφτώ. Το πρόβλημα μου λέει ότι μερικά από τα τσουβάλια περιέχουν κάλπικες λίρες. Ας πούμε ότι έχω βρει την λύση. Έστω για παράδειγμα ότι τα τσουβάλια που περιέχουν κάλπικες λίρες είναι το τρίτο το τέταρτο και το έβδομο. Πως όμως προσδιορίζω ποιο τσουβάλι είναι τρίτο, τέταρτο , έβδομο κ.λ.;
Άρα πάω πίσω και λέω: Εγώ πρέπει να διατάξω τα τσουβάλια –αυθαίρετα- να τα βάλω δηλαδή σε μια σειρά το ένα δίπλα στο άλλο και να πω ότι το πρώτο από δεξιά είναι το 1ο τσουβάλι, το αμέσως αριστερά του είναι το 2ο τσουβάλι κ.λ. και το τελευταίο δεξιά είναι το 10ο τσουβάλι.
Πολύ ωραία., κάτι αρχίζει να γίνεται…Βρήκα μέχρι τώρα δύο σημαντικά πράγματα. Πρώτον ότι θα πρέπει να διατάξω σε μια σειρά τα τσουβάλια και να τα ονοματίσω και δεύτερο ότι θα πρέπει να πάρω διαφορετικό αριθμό λιρών από κάθε τσουβάλι για να μπορέσω με κάποιο τρόπο –που δεν έχω ανακαλύψει ακόμη- με ένα ζύγισμα, να βρώ πόσα και ποια τσουβάλια περιέχουν κάλπικες λίρες.

Πόσες όμως λίρες πρέπει να πάρω από κάθε τσουβάλι; Μια λογική υπόθεση θα ήταν να πάρω 1 λίρα από το 1ο, 2 λίρες από το 2ο και λοιπά μέχρι το δέκατο από το οποίο θα πάρω 10 λίρες.
Κάτσε όμως μια στιγμή… Τι έχω μάθει από τη ζωή; Αν προσπαθείς να λύσεις ένα πρόβλημα που σε δυσκολεύει τότε προσπάθησε να λύσεις πρώτα ένα ίδιας «ποιότητας» απλούστερο όμως πρόβλημα. Αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα το αρχικό μας πρόβλημα.
Ωραία. Τι μπορώ να σκεφτώ εδώ λοιπόν. Χμ.. Μάλιστα. Θα μπορούσα να προσπαθήσω να λύσω το πρόβλημα με όσον το δυνατό λιγότερα τσουβάλια και μετά να δω αν η λύση που θα βρω μπορεί να εφαρμοστεί και στο αρχικό μου πρόβλημα.
Πόσα λοιπόν τσουβάλια μπορώ να πάρω το λιγότερο και να προσπαθήσω να βρώ μια λύση; 1; Όχι. 2; Όχι. 3; Ναι, γιατί έτσι έχω τις ελάχιστες από τις «πολλές» επιλογές που έχει το πρόβλημα.

Πολύ ωραία. Έχω λοιπόν τρία τσουβάλια που τα έχω βάλει στη σειρά και τα ονομάζω από δεξιά προς τα αριστερά 1ο , 2ο και 3ο.
Το πρόβλημα μου τώρα είναι να βρω πόσες λίρες πρέπει να πάρω από το κάθε ένα –που πρέπει σύμφωνα με όσα έχω σκεφτεί να μην είναι μία από το κάθε ένα, ούτε 1 από το 1ο, δύο από το 2ο και τρεις από το 3ο- αλλά να είναι σίγουρα διαφορετικός αριθμός από κάθε τσουβάλι.
Μάλιστα. Τώρα κολλήσαμε λίγο. Για να σκεφτούμε πάλι…ξέρουμε κανένα άλλο παρόμοιο πρόβλημα ή ένα πράγμα, μια εικόνα, οτιδήποτε τέλος πάντων που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με το πρόβλημα μας; Ποια είναι αυτά τα ζητούμενα χαρακτηριστικά; Πρώτα απ’ όλα να είναι μια σειρά από θέσεις διατεταγμένες –ας πούμε φωλιές- και κάθε φωλιά να έχει κανονικές ή κάλπικες λίρες ή αλλιώς να έχει κανονικές λίρες ή να μην έχει ή αλλιώς να έχει αυγά ή να μην έχει ή αλλιώς να έχει ένα αυγό ή να μην έχει.
Όπα! Νομίζω ότι εδώ κάναμε ένα σημαντικό βήμα! Θέλω να βρω κάτι σαν αυτό:
ΕΧΕΙ-ΔΕΝ ΕΧΕΙ-ΕΧΕΙ-ΕΧΕΙ-ΔΕΝ ΕΧΕΙ-ΕΧΕΙ-ΔΕΝ ΕΧΕΙ-ΔΕΝ ΕΧΕΙ- Κ.Λ.Π. που όμως αυτό μου φέρνει στο μυαλό το ΕΙΝΑΙ-ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ-ΕΙΝΑΙ-ΕΙΝΑΙ Κ.Λ.Π ή το ΥΠΑΡΧΕΙ-ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ-ΥΠΑΡΧΕΙ-ΥΠΑΡΧΕΙ Κ.Λ.Π κι έτσι εύκολα μου έρχεται στο νου κάτι πολύ κοινό που όλοι ξέρουμε! Τους αριθμούς!!!

Όπως ξέρουμε το δεκαδικό σύστημα αρίθμησης που χρησιμοποιούμε είναι ΘΕΣΙΑΚΟ. Έχουμε δηλαδή 10 μόνο διαφορετικά σύμβολα τα 0,1,2,3,4,5,6,7,8 και 9 τα οποία γράφουμε το ένα δίπλα στο άλλο και εκφράζουμε ένα συγκεκριμένο ποσό. Τα ψηφία δηλαδή δεν έχουν πάντα την ίδια αξία αλλά ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ανάλογα με την θέση που είναι γραμμένα μέσα στον αριθμό. Για παράδειγμα στον αριθμό 525 το πρώτο και το τρίτο ψηφίο είναι το 5, τα οποία παρόλο που γράφονται «ίδια», 5 και 5, εν τούτοις έχουν τελείως διαφορετική αξία !! το πρώτο «αξίζει» πεντακόσιες μονάδες ενώ το δεύτερο «αξίζει» μόνο πέντε μονάδες, είναι δηλαδή εκατό φορές μεγαλύτερο λόγω του ότι κατέχει «καλύτερη» θέση στη σειρά που αποτελεί όλο τον αριθμό.
Νομίζω ότι κάναμε ένα σημαντικό βήμα για τη λύση του προβλήματος μας.
Χρειαζόμαστε λοιπόν ένα τριψήφιο αριθμό που να πληροί δύο προϋποθέσεις: 1) κάθε ψηφίο του να είναι διαφορετικό από τα άλλα και 2) ταυτόχρονα το κάθε ένα από αυτά να έχει την ιδιότητα να ΕΙΝΑΙ ή να ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ.
Το πρώτο αίτημα καλύπτεται για παράδειγμα από τον αριθμό 472. Το δεύτερο αίτημα όμως δεν καλύπτεται π.χ. από το πρώτο, το 4. Τι σημαίνει να είναι και να μην είναι το 4; Να σκεφτώ πιο απλά… Μήπως αντί για 4 αν έχω το 1 είναι καλύτερα; Τι θα σήμαινε το να ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ 1; Μα το 0 (μηδέν)! Άρα ένας τριψήφιος αριθμός της μορφής 111 ή 101 ή 110 η 001 ή 010 κ.λ. θα μου «έκανε» την δουλειά μου γιατί αν πάρουμε για παράδειγμα τον 101 τότε όλα τα ψηφία του είναι «διαφορετικά» -μην ξεχνάμε ότι το πρώτο 1 και το τρίτο έχουν διαφορετική αξία και ταυτόχρονα το «1» μου λέει ότι π.χ. το τσουβάλι στη συγκεκριμένη θέση ΕΧΕΙ κάλπικες λίρες ενώ αν ήταν 0 θα μου έλεγε ότι ΔΕΝ ΕΧΕΙ κάλπικες λίρες άρα ΕΧΕΙ κανονικές λίρες.

Ας ανακεφαλαιώσουμε. Πόσες λίρες πρέπει να πάρω από κάθε τσουβάλι; Από το πρώτο δεξιά θα πάρω 1 από το δεύτερο θα πάρω 10 και από το τρίτο θα πάρω 100. Θα έχω δηλαδή (100+10+1=)111 λίρες.
Για να δούμε τώρα τι γίνεται. Βάζω τις εκατόν έντεκα λίρες πάνω στη ζυγαριά.
1) Αν δείξει 1110 gr αυτό σημαίνει ότι και οι 111 λίρες είναι κανονικές (1110-1110=0gr=000).
2) Αν δείξει 1109 gr σημαίνει ότι το πρώτο από δεξιά τσουβάλι έχει κάλπικες λίρες (1110-1109=1gr=001).
3) Αν δείξει 1100 gr σημαίνει ότι το δεύτερο από δεξιά τσουβάλι έχει κάλπικες λίρες (1110-1100=10gr=010).
4) Αν δείξει 1099 gr σημαίνει ότι το πρώτο και το δεύτερο από δεξιά τσουβάλια έχουν κάλπικες λίρες (1110-1099=11gr=011).
5) Αν δείξει 1010 gr σημαίνει ότι το τρίτο από δεξιά τσουβάλι έχει κάλπικες λίρες (1110-1010=100gr=100).
6) Αν δείξει 1009 gr σημαίνει ότι το πρώτο και το τρίτο από δεξιά τσουβάλια έχουν κάλπικες λίρες (1110-1009=101gr=101).
7) Αν δείξει 1000 gr σημαίνει ότι το δεύτερο και το τρίτο από δεξιά τσουβάλια έχουν κάλπικες λίρες (1110-1000=110gr=110).
8) Αν δείξει 999 gr σημαίνει ότι το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο από δεξιά τσουβάλια έχουν κάλπικες λίρες (1110-999=111gr=111).

Άρα βρήκα μια λύση για τα 3 τσουβάλια που είναι η εξής: Παίρνω 1 λίρα από το πρώτο 10 λίρες από το δεύτερο και εκατό λίρες από το τρίτο, σύνολο 111 λίρες και τις τοποθετώ πάνω στην ζυγαριά. Βλέπω το βάρος που μου δείχνει και το αφαιρώ από τον αριθμό 1110 (που θα ήταν το συνολικό βάρος των λιρών αν ήταν όλες κανονικές). Το αποτέλεσμα που θα πάρω το γράφω σε μορφή τριψήφιου αριθμού συμπληρώνοντας με μηδενικά όπου χρειάζεται. Αν παραδείγματος χάριν η διαφορά είναι 10 gr γράφω τον αριθμό ως 010. Έτσι γνωρίζω ότι αν μία θέση καταλαμβάνεται από το μηδέν τότε το αντίστοιχο τσουβάλι περιέχει κανονικές λίρες ενώ αν μια θέση καταλαμβάνεται από το ένα τότε το αντίστοιχο τσουβάλι περιέχει κάλπικες λίρες.
Παρατηρώ τέλος ότι αυτή η λύση δεν περιορίζεται από το ότι τα τσουβάλια ήταν τρία μπορεί να εφαρμοσθεί για οποιοδήποτε αριθμό τσουβαλιών, άρα και για τα δέκα του αρχικού μας προβλήματος.

Φτάνουμε έτσι στην τελική διατύπωση της λύσης για το αρχικό μας πρόβλημα: Τοποθετώ τα δέκα τσουβάλια στη σειρά και παίρνω από το πρώτο δεξιά 1 λίρα (=10 στην 0κή), από το δεύτερο από δεξιά προς αριστερά 10 (=10 στην 1η) λίρες κ.λ και τέλος από το δέκατο 1.000.000.000 (=10 στην 9η) λίρες. Όλες μαζί οι λίρες που πήρα είναι 1.111.111.111. Τις βάζω στη ζυγαριά βλέπω το βάρος και το αφαιρώ από τον αριθμό 11.111.111.110 Ο αριθμός που προκύπτει μου προσδιορίζει ανάλογα με τις μονάδες και τα μηδενικά πόσα και ποια τσουβάλια περιέχουν κάλπικες λίρες.

Τελειώσαμε; Σχεδόν. Θυμάστε τι έλεγε το πρόβλημα; Κάθε τσουβάλι περιέχει ΙΚΑΝΟ αριθμό λιρών για να λύσουμε το πρόβλημα. Αυτό σημαίνει ότι κάθε τσουβάλι θα πρέπει να περιέχει τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο λίρες. Χμ, θεωρητικά θα μπορούσε να γίνει αλλά και που να βρούμε ζυγαριά που να μπορεί να ζυγίσει έντεκα χιλιάδες εκατόν δώδεκα τόνους; Ο μαθηματικός που μας έθεσε το πρόβλημα δεν μπορεί να μην έλαβε υπόψη του το πρακτικά ανέφικτο της λύσης. Άρα μήπως κάτι δεν επιλέξαμε σωστά;
Το δεκαδικό σύστημα αρίθμησης είναι το μόνο που ξέρουμε (και έχει βάση το 10); Όχι. Υπάρχουν κι άλλα. Ποιο έχει την μικρότερη βάση; Μα το δυαδικό σύστημα αρίθμησης που έχει βάση το 2!
Μήπως μπορούμε να εφαρμόσουμε ότι σκεφτήκαμε παραπάνω αλλά στο δυαδικό σύστημα. Ε, βέβαια. Τίποτα δεν μας εμποδίζει. Τι κάνουμε λοιπόν;
Παίρνουμε από το πρώτο τσουβάλι 1 λίρα (=2 στην 0νική) από το δεύτερο 2 λίρες (=2στην1η) από το τρίτο 4 λίρες (=2 στο 2γωνο) από το τέταρτο 8 λίρες (=2στην 3η) κλπ και τέλος από το δέκατο 512 λίρες (=2στην 9η). Το σύνολο τους είναι: 1+2+4+8+16+32+64+128+256+512=1.023 λίρες. Πολύ λιγότερες από πριν! Και θα ζυγίζουν το πολύ 10.230 gr ή 10 κιλά και κάτι. Σίγουρα μπορούμε να βρούμε μια ζυγαριά που να ζυγίζει τέτοια βάρη. Επίσης κάθε τσουβάλι θα πρέπει να έχει 512 λίρες (ή και παραπάνω) που είναι ένα λογικό νούμερο, έτσι δεν είναι; Αφού όπως λέει κι ένας συνάδελφος στη δουλειά: -Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, αφού οικονομικά στεκόμεθα!

Υ.Γ.1 Προσπάθησα να περιγράψω όσο το δυνατόν πιο πιστά την «χαώδη» αναλυτική διαδικασία που χρησιμοποιεί το μυαλό για να λύσει ένα πρόβλημα λογικής. Είναι προφανές ότι η «ενδεδειγμένη» λύση θα ήταν του τύπου:
Λοιπόν παίρνω 1 λίρα από το πρώτο, 2 από το δεύτερο κλ. Και σε δέκα γραμμές να εκτεθεί η λύση. Κι εσύ όταν την διαβάζεις να σκέφτεσαι:
-Μα πως διάολο του κατέβηκε αυτή η λύση. Είχε την επιφοίτηση του αγίου πνεύματος;

Υ.Γ.2 Για δική σας ευχαρίστηση, σας δίνω το παρακάτω πρόβλημα λογικής να λύσετε. Αν δυσκολευτείτε μπορώ να γράψω τη λύση αν το ζητήσετε

Σε μια φυλακή είναι φυλακισμένοι Ν μαθηματικοί. Μια μέρα τους φωνάζει ο Αρχιδεσμοφύλακας και τους λέει:
- Θα βάλω στο κεφάλι του καθένα από σας ένα σκούφο άσπρο ή μαύρο, που όμως δεν θα μπορείτε να δείτε τι χρώμα είναι. Μετά θα ανοίξω την πόρτα και ένας – ένας θα κατευθυνθείτε στην αυλή. Ο καθένας που θα βγαίνει θα βλέπει τι χρώμα καπέλο φορούν όσοι βρίσκονται ήδη στην αυλή –δεν θα μπορεί όμως να δει το δικό του-. Δεν μπορείτε να μιλήσετε μεταξύ σας ούτε να κάνετε νοήματα ή οτιδήποτε άλλο που να φανερώνει σε κάποιον άλλο το χρώμα του καπέλου του.
Αν όταν θα έχει βγει και ο τελευταίος στην αυλή έχετε κατορθώσει όσοι από σας φορούν άσπρα καπέλα να είναι ξεχωριστά από αυτούς που φορούν μαύρα καπέλα –να μην βρίσκεται δηλαδή κάποιος με άσπρο καπέλο ανάμεσα σε αυτούς που φορούν μαύρα καπέλα και το αντίθετο- τότε θα σας δοθεί άδεια μιας εβδομάδας. Αν όμως πιάσω κάποιον από σας να κλέβει θα περάσετε όλοι από μία εβδομάδα στην απομόνωση.
Είναι προφανές ότι οι μαθηματικοί τα κατάφεραν. Πώς;


Παρασκευή, Μαΐου 09, 2008

Το Άλογο που κλαίει

Αναζητώντας την Λιάνκα μου –απλός περιπατητής της αγάπης εγώ, χωρίς την θεία τέχνη του βιολιού να κατέχουν τα δάχτυλα μου- ξέρω κατά βάθος ότι ήσουν Εσύ και παραμένεις να είσαι, ο Γολγοθάς, όχι πια της αναζήτησης μου, μα της ανέλπιδης γνώσης μου…

Τρίτη, Απριλίου 29, 2008

Φθίνουσα Πρόοδος

Σκηνή πρώτη
Είμαι 7 χρόνων. Μεγάλη εβδομάδα. Φορώ κοντό παντελονάκι με τιράντες – ίσως απ’ αυτά που μας είχαν μοιράσει στην εκκλησία του χωριού πριν από 2-3 χρόνια από την ΟΥΝΡΑ (έτσι λεγόταν;) – και ένα άσπρο φανελάκι με τιράντες. Περπατώ ξυπόλυτος στο μονοπάτι και κατευθύνομαι προς το σπίτι μου.

Το μυαλό μου απασχολεί μια φράση που μου είπε η μάνα μου: ο Θεός είναι παντού κι ότι κάνουμε το βλέπει. Προφανώς μου το ‘πε για να με φοβίσει, να μην κάνω «κακά» πράματα.
Όμως εγώ δεν το πήρα έτσι. Το θεώρησα ως πληροφορία: ότι απλώς ο Θεός είναι παντού. Τι πιο φυσιολογικό. Κι επειδή ο Χριστός ήταν κι αυτός Θεός ήταν κι αυτός παντού. Κοιτάζω γύρω μου τα δέντρα, τα λουλούδια, τα πουλιά που κελαηδούν και νιώθω τέτοια αγαλλίαση, γιατί μέσα σ’ όλα αυτά βρίσκεται ο Θεός! Αναπνέω κι όπως αναπνέω αισθάνομαι ότι μπαίνει μέσα μου ο Θεός, αφού συλλογίζομαι ότι βρίσκεται και μέσα στον αέρα. Με κατακλύζει μια αγάπη για τα πάντα γύρω μου…

Και ξαφνικά παγώνω. Το πόδι μου μένει μετέωρο. Αφού ο Θεός είναι παντού θα είναι και στο χώμα και στις πέτρες που πατάω! Κι αφού ο Χριστός είναι ο Θεός αλλά είναι και άνθρωπος θα πονάει που τον πατάω! ‘Ω πόσο Τον συμπόνεσα εκείνη την στιγμή! Τόσοι πολλοί άνθρωποι, ζώα, αυτοκίνητα τον πατάνε κάθε στιγμή κι όμως δεν παραπονιέται, όλους μας συγχωρεί.

Γονάτισα και φίλησα το χώμα. Σηκώθηκα κι άρχισα να βαδίζω με όσο πιο μεγάλα και πιο ελαφριά βήματα μπορούσα…


Σκηνή δεύτερη
Χίλια εννιακόσια ογδόντα επτά. Μονή Φιλοθέου στο Άγιον Όρος. Έχει βραδιάσει για τα καλά κι εμείς, μια παρέα κοσμικών, καθόμαστε στο δυτικό μπαλκόνι της μονής και κουβεντιάζουμε με τον Μακάριο, ένα εκ των μοναχών της Μονής που τώρα ζη στο κελί Μαρουδά με τον οποίο αναπτύξαμε μία πολλή ζεστή σχέση –ίσως γράψω κάτι γι αυτό άλλη φορά-.

Γίνονται διάφορες ερωτήσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων αναφέρονται στα τυπικά. Μιλούν για τα λείψανα των αγίων που είναι θαυματουργά για τις εικόνες κι άλλα τέτοια που μου φαίνονται λίγο επιφανειακά. Δεν τα κατακρίνω καθόλου αλλά είμαι σίγουρος πως κάτι βαθύτερο συμβαίνει. Νιώθω μεγάλη εσωτερική ανάταση, κυριεύομαι από μιαν άφατη Αγάπη, την αισθάνομαι να γεμίζει το στήθος μου όπως εισπνέω και να μεταφέρεται σε κάθε κύτταρο μου.
Αυθόρμητα κι επειδή συνειρμικά θεωρώ πως οι καλόγεροι, μέσα από την άσκηση και την προσευχή, βιώνουν κάτι αντίστοιχο μ’ αυτό που αισθάνομαι αλλά σε μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια παρεμβαίνω λέγοντας:

-Μακάριε γιατί μας μιλάς για θαύματα αγίων για εικόνες και για κόκαλα και δεν πάμε κατευθείαν στο ζητούμενο που είναι η Αγάπη και που είμαι σίγουρος πως σας κατακλύζει όταν αφήνεστε σ’ αυτήν, αυτό δεν είναι το Ουσιώδες;
Έπεσε μια παγωνιά στην παρέα… Ένιωσα πως τους είχα προσβάλει τα ιερά και τα όσια… Γι’ αυτούς, αυτά ήταν το ουσιώδες…

Σκηνή Τρίτη
Προχθές. Βράδυ Μεγάλου Σαββάτου. Όλοι ετοιμάζονται να πάνε στην Ανάσταση.
–Πηγαίνετε εσείς, εγώ δεν θα έλθω. Κρυώνω…
- Μα δεν κάνει και τόσο κρύο, θα φοράς το σακάκι, άντε πάμε, αντέτειναν οι δικοί μου.
- Μπα, όχι πηγαίνετε δεν θα έρθω.
Κι έλεγα αλήθεια. Μου ‘λειπε αυτός ο Θεός των 7 χρόνων μου, που είναι παντού και άρα μέσα μου. Μου ‘λειπε τόσο πολύ αυτή η Ζώσα Αγάπη που ένιωθα σχεδόν σωματικό πόνο στο στήθος από την απουσία της… ένιωθα τόσο γυμνός από Νόημα που κρύωναν τα φυλλοκάρδια μου…

Αυτό που σκέφθηκα εκείνη την στιγμή ήταν:
-Μακάριοι οι –χωρίς καμία αμφιβολία- πιστεύοντες!
Κάτι που εγώ έχω προφανώς χάσει από καιρό…

Υ.Γ. Στον Άρη Δαβαράκη

Τρίτη, Μαρτίου 25, 2008

Η γλυκότη* του μεσημεριανού ύπνου κι η μνήμη του Ιδρώτα

Χθες Κυριακή πήγα για τρέξιμο, εντάξει, γρήγορο περπάτημα ήθελα να πω. Ενώ στην αρχή ο ουρανός ήταν γεμάτος σύννεφα, γρήγορα άνοιξε κι ένας ζεστός ανοιξιάτικος ήλιος έκανε την εμφάνιση του. Μετά από σαράντα λεπτά, ξάπλωσα λαχανιασμένος ανάσκελα στο γρασίδι. Έβαλα το καπέλο που φορούσα πάνω στο πρόσωπο μου για να με προστατέψει από τον ήλιο που έκαιγε κι έκλεισα τα μάτια μου…
Ο δριμεία μυρωδιά του ιδρώτα, όπως αναδίδονταν από το καπέλο ήταν τέτοια που σχεδόν βίαια, με μετέφερε πολλά χρόνια πίσω. Βρέθηκα, μεσημέρι καυτό, ξαπλωμένος κάτω από την σκιά μιας ελιάς για μιάν ώρα ξεκούρασης από το κουβάλημα των σταφυλιών με τα κοφίνια δυο-δυο στους ώμους από την βαθειάν αυγή μέχρι το αποβασίλεμα του ήλιου.
Μ’ ανοικτό πουκάμισο, περιμένοντας να φυσήξει λίγο, έστω κι αν ήταν λίβας, με τον ιδρώτα να τρέχει από το στέρνο και τις μασχάλες, ανακατεμένο με τη σκόνη, και τα πόδια να τρέμουν από την κούραση, να που τα μάτια κλείνουν κι η γλυκότη του μεσημεριανού ύπνου με πλημμυρίζει κι ονειρεύομαι νερά να τρέχουν και κήπους κρεμαστούς κι όμορφα πράματα πολύ…
Αυτές οι μνήμες των μυρωδιών και των γεύσεων είναι τόσο ισχυρές όταν συμβαίνουν, μεταφέροντας με σχεδόν πάντα στην παιδική μου ηλικία που σκίζονται από τον πόνο τα σωθικά μου από την αίσθηση της απώλειας «εκείνης» της κατάστασης…
Ήθελα να ‘ξερα, συμβαίνει και σε εσάς αυτό ή μόνο εγώ στερούμαι σοβαρότητος κι αντί να νιώθω μεσήλιξ όπως «αντικειμενικά» είμαι, εν τούτοις σταθερά και αταλάντευτα, το μέσα μου παιδί εξουσιάζει το είναι μου κι αυτή η αθωότητα του βλέμματος του, πονάει… πολύ πονάει…

* γλυκότη = γλυκύτητα, όπως το ‘λεγε η μάνα μου, αλλά και στον Ερωτόκριτο του Β. Κορνάρου: Το σύνθεμα του τραγουδιού και του σκοπού η γλυκότη
** Αφιερωμένο στο μέσα μας παιδί

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 29, 2008

Μεγαλυνάρι

Παίρνοντας πάσα από τον Κανένα, παραθέτω ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου που παλιά μ’ άρεζε πολύ

Τ' όνομά σου ψωμί στο τραπέζι
Τ' όνομά σου νερό στην πηγή.
Τ' όνομά σου αγιόκλημα αναρριχώμενων άστρων.
Τ' όνομά σου παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.

Τ' όνομά σου ρινίσματα ήλιου
Τ' όνομά σου στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ' όνομά σου στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ' όνομά σου κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την Άνοιξη πίσω τους

Τ' όνομά σου βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο
Τ' όνομά σου περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα
Τ' όνομά σου τοπίο χωρισμένο με χρώματα
Τ' όνομά σου δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.

Τ' όνομά σου ένας ψίθυρος απ' αστέρι σε αστέρι
Τ' όνομά σου ομιλία δύο ρυακιών μεταξύ τους
Τ' όνομά σου μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο
Τ' όνομά σου ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.

Τ' όνομά σου ροδόφυλλο σ' ενός βρέφους στο μάγουλο
Τ' όνομά σου πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλλων
Τ' όνομά σου ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ' όνομά σου πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια στα μεσούρανα

Τ' όνομά σου Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ' όνομά σου Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
Τ' όνομά σου Ειρήνη στις ρότες των πλοίων
Τ' όνομά σου ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε

Τ' όνομά σου αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ' όνομά σου αλληλούια πάνω στο Έβερεστ

Το έχει μελοποιήσει η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου και το τραγούδησε η Χορωδία Τρικάλλων.
Δυστυχώς δεν μπόρεσα να το βρω για να το παραθέσω.

Περνάω την σκυτάλη στον Καθένα και στην Καθεμία. Είμαι βέβαιος ότι έχουν πολλά να πουν…

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2008

Ονειρικός Διάλογος Επικεφαλίδων

Ο άλλος: - Οι δικοί μας άνθρωποι -είπε- είναι σαν πουλιά λευκόχροα που εκτελούν μιαν ΑΘΕΑΤΗ ΠΤΗΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ , δίνοντας έμφαση στο «δικοί μας»…

Αυτός: - Όμως εγώ δεν έχω κανέναν άλλο πάρεξ το σαρκίο μου κι η μόνη μου συντροφιά όπως καλά γνωρίζεις είναι η ψιψίνα μου εκτός κι αν υπονοείς εκείνη την Συνάντηση με τον Ελ Γκρέκο εν αγνοία μου

Ο άλλος: - Όχι, όχι προς θεού! Μα τι νομίζεις λοιπόν; Πως είμαι υπέρ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ; ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ; Εγώ που πέρασα τη ζωή μου καταπνίγοντας τα αισθήματα μου με την ίδια επιδεξιότητα που ένας Λέων Αφρικανικός αποτελειώνει μια γαζέλα;

Αυτός: Εντάξει, εντάξει, ησύχασε, δεν σε κατηγορώ για τίποτα, όμως είμαι βέβαιος πως σου ήταν γνωστό ότι το άνευ όρων ΔΟΣΙΜΟ τις περισσότερες φορές καταλήγει σε κάτι πολύ χειρότερο από ένα απλό ΧΩΡΙΣΜΟ…απορώ λοιπόν γιατί επιμένεις να πλέκεις της ΜΑΝΑΣ το ΕΓΚΩΜΙΟΝ λες και είναι πανάκεια, ενώ ένα ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ ΚΟΙΤΑΓΜΑ στο μέσα μας παιδί θα έφτανε για να μας αναπαύσει…

Ο άλλος: - ΑΝΩ ΣΧΩΜΕΝ τας καρδίας λοιπόν, αυτό μου λες; Με απογοητεύεις...

Αυτός:- Ο ΔΡΟΜΟΣ όπως ξέρεις στην ουσία δεν υπάρχει…τον δημιουργείς καθώς περπατάς…μέχρις ότου σε κάποια γωνία –που δεν ξέρεις ποια- θ’ αντικρίσεις τον έφηβο – Άγγελο να γλείφει ένα ΠΑΓΩΤΟ ΞΥΛΑΚΙ περιμένοντας να σε περάσει απέναντι…Αναρωτιέμαι, θα έχεις τότε το κουράγιο να του ξεστομίσεις σοφιστείες όπως ΘΑΝΑΤΩΣΑ ΤΟ … ΘΑΝΑΤΟ! κι άλλα τέτοια που μου τσαμπουνάς;

Ο άλλος:- Θεέ μου νομίζω ότι αυτή την συζήτηση την έχουμε ξανακάνει, ακριβώς την ίδια! Έχεις κι εσύ την ίδια αίσθηση ή είναι απλώς ένα DÉJÀ VU;

Αυτός:- Μα και βέβαια την έχουμε ξανακάνει σε τόσα παράλληλα σύμπαντα! Τι διάολο, νομίζεις λοιπόν ότι όλα αυτά είναι Τυχαίες …Συμπτώσεις;

Ο άλλος:- Δεν ξέρω…όλα αυτά είναι τόσο παράλογα! Μου φαίνονται σαν ένα Ταξίδι στην Απουσία. Τι άλλο είναι αυτό, παρά ωμός ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ;

Αυτός:-Εντάξει λοιπόν, αφού επιμένεις θα έχεις την Απάντηση αντί σχολίου που τόσο επιζητάς. Μάθε το λοιπόν μια για πάντα: Όλα είναι Αέρας!!!

Ο άλλος:- Καλώς τόνε κι ας άργησε! Μου θυμίζεις πως Η φαγούρα του μπάρμπα μου του Πόνου ήταν να με κάνει να γονατίσω και ν’ αρχίσω να τον εκλιπαρώ για έλεος! Όμως εγώ να! Στέκομαι όρθιος εδώ στην ερημιά της ύπαρξης και του φωνάζω μ’ όση δύναμη έχουν όλοι οι παππούδες μου που κατοικούν μέσα στο είναι μου: Στην άλλη ζωή! στην άλλη ζωή!

Αυτός: (πετάγεται από το κρεβάτι που κοιμόταν, κάθιδρος) -Που βρίσκομαι, που είμαι; Ω θεέ μου όλα αυτό δεν ήταν παρά ένα όνειρο! Μια φούσκα! Μια Μπερδεμένη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία ή αλλιώς Κοίτα να δεις τι σου είναι το Μυαλό!

Σάββατο, Δεκεμβρίου 29, 2007

Μια Μπερδεμένη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία ή αλλιώς Κοίτα να δεις τι σου είναι το Μυαλό


Σήμερα το πρωί, όπως κάθε Σάββατο, πήγα στη λαϊκή αγορά βιολογικών προϊόντων που γίνεται στην Καλαμαριά. Πάρκαρα λίγο πιο κάτω και με τα πόδια έφτασα στην αρχή των πάγκων.
Εκεί είδα μια μαυροφορεμένη γυναίκα, γύρω εξήντα πέντε με εβδομήντα, να στέκεται και να ζητιανεύει. Δεν την είχα ξαναδεί, πρώτη φορά ζητιάνευε σ’ αυτή την λαϊκή και κατά πάσα πιθανότητα πρέπει και να ‘ταν αν όχι η πρώτη, μία από τις πρώτες φορές που ζητιάνευε.
Μπορούσες να το διακρίνεις από την στάση της. Απέπνεε μιαν αξιοπρέπεια και ταυτόχρονα μια ντροπαλοσύνη έτσι όπως έλεγε:
-Είμαι φτωχή, πολύ φτωχή παιδί μου, αν μπορείς δώσε μου μια βοήθεια…

(Κάνω εδώ μια παρένθεση για να πω πως, όπως οι χριστιανοί «βλέπουν» σε κάθε αναξιοπαθούντα, τον Χριστό υποφέροντα, έτσι κι εγώ. Μόνο που, επειδή εγώ δεν είμαι «χριστιανός», τη θέση του παίρνει η μάνα μου κι αυτό με ξυπνάει από το λήθαργο της συνήθειας. Και παίζει ρόλο διπλό η μάνα μου.

Από τη μια στέκεται πλάι μου και με παροτρύνει:

-Αφού μπορείς να βοηθήσεις, άσε τις ντροπές και βοήθα όσο μπορείς –γιατί είναι αλήθεια ότι όποτε βρίσκομαι μπροστά σε ανθρώπους που ζητιανεύουν μαζί με το σφίξιμο στο στομάχι με πιάνει και μια ντροπή που με κάνει να σκύβω το κεφάλι…-

Από την άλλη ταυτόχρονα παίρνει τη θέση του ζητιάνου και μου απλώνει το χέρι της… πως μπορώ να μη βοηθήσω; Μπορώ; Τη μάνα μου;)

Επειδή δεν είχα ψιλά συνέχισα και μπήκα στη λαϊκή. Τελειώνοντας τα ψώνια μου επέστρεψα προς το αυτοκίνητο μου και φθάνοντας πάλι στην κυρία που ζητιάνευε, έβαλα το χέρι στην τσέπη του μπουφάν μου όπου είχα όλα τα ψιλά που είχα πάρει για ρέστα και τα έβγαλα με σκοπό να της δώσω κάτι.
Κοιτάζοντας τα, είδα ότι ήταν δύο κέρματα του ενός ευρώ, ένα κέρμα των πενήντα λεπτών και τρία κέρματα των δέκα λεπτών.

Αμέσως σκέφθηκα να κρατήσω το ένα ευρώ, να το χρησιμοποιήσω για να πάρω καρότσι στο σούπερ μάρκετ μια που θα πήγαινα μετά από κει. Σηκώνοντας όμως τα μάτια μου, είδα την κυρία που με κοίταζε και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου μπήκα στη θέση της. Τι έβλεπε; Έβλεπε ένα τύπο να είναι τα χέρια του γεμάτα σακούλες με όλα τα καλά, να προσπαθεί να ξεχωρίσει λίγα ψιλά για να της τα δώσει, νομίζοντας ότι έτσι θα εξαγόραζε λίγη ησυχία για την συνείδηση του και ταυτόχρονα θα απομάκρυνε προσωρινά έστω τις «έξι και μία τύψεις για τον ουρανό»…

Αυτόματα έριξα όλα τα κέρματα στο πιατάκι που κρατούσε…
-Ο θεός να στα δώσει πολλαπλάσια παιδί μου και να σ’ έχει καλά
-Ο θεός δεν πρόκειται να μου δώσει τίποτα γιαγιά αλλά την ευχή σου την κρατώ, της είπα απομακρυνόμενος, ενώ κοίτα να δεις τι σου είναι το μυαλό, αμέσως άρχισε να με οικτίρει ότι αφήνω να με κυριεύουν οι συναισθηματισμοί μου και δεν σκέφτομαι πιο ψύχραιμα. Πως θα έπαιρνα τώρα καρότσι απ’ έξω από το σούπερ μάρκετ; Θα έπρεπε να μπώ μέσα, να πάω στον πάγκο εξυπηρέτησης, να περιμένω μέχρι να έρθει κάποιος υπάλληλος να μου χαλάσει ένα εικοσάευρο, θα με κοιτούσε με μισό μάτι που θα του ‘παιρνα όλα τα ψιλά, αυτό θα με εκνεύριζε, μπορεί να του ‘λεγα και τίποτα γι’ αυτόν και τον γρύλο του και…

Τέλος πάντων, μπήκα στο αμάξι και είκοσι λεπτά αργότερα ήμουν στο παρκινγκ. Πηγαίνοντας να μπω στο σούπερ μάρκετ, πέρασα μπροστά από εκεί που βρίσκονται τα καρότσια. Εκείνη τη στιγμή, βλέπω ένα υπάλληλο να έρχεται προς τα καρότσια, κρατώντας στο δεξί του χέρι αυτό το εργαλείο που έχουν για να απελευθερώνουν τα καρότσια χωρίς να χρειαστεί να βάλουν κέρμα στη σχισμή.
- Συγγνώμη, μήπως θα μπορούσα να έχω ένα καρότσι; του είπα.
- Πολύ ευχαρίστως μου είπε.
- Χμ, μάλιστα, μην αρχίσεις τα …κουλά είπα στον εαυτό μου, απλή σύμπτωση ήταν. Θυμήσου ότι δυο με τρεις φορές στις δέκα που έρχεσαι εδώ, συναντάς κάποιον υπάλληλο να είναι έξω και να τακτοποιεί τα καρότσια, οπότε 20% με 30% είναι μια πολύ καλή πιθανότητα και μπορεί να εξηγήσει άνετα αυτό που εσύ πας να μετατρέψεις σε μεταφυσικό…

Συμφώνησα μαζί του αν και είναι αλήθεια πως μια εσωτερική χαρά με συνεπήρε κι ένιωσα πιο ανάλαφρος..

Έφυγα από το σούπερ μάρκετ του Αεροδρομίου και κατευθύνθηκα προς το Πανόραμα σε ένα φαρμακείο κοντά στο σπίτι μου για να αγοράσω διάφορα που ήθελε η γυναίκα μου.
Μπήκα στο φαρμακείο όπου βρίσκονταν 5 υπάλληλοι, 3 άντρες και 2 κορίτσια και εξυπηρετούσαν 5-6 πελάτες που υπήρχαν μέσα. Άρχισα να παρατηρώ σε μια γωνιά ένα ράφι με διάφορα είδη βιταμινών ώσπου ήρθε ένας από τους υπαλλήλους και με ρώτησε τι ήθελα. Του έδωσα τη λίστα που μου είχε δώσει η γυναίκα μου και συνέχισα να εξερευνώ τα διάφορα κουτιά, διαβάζοντας το περιεχόμενο τους.

Μετά από 2-3 λεπτά με φώναξε ο υπάλληλος ότι ήταν έτοιμα αυτά που είχα ζητήσει. Στράφηκα προς το ταμείο, όπου βρίσκονταν οι τρεις άντρες υπάλληλοι και τα δύο κορίτσια δίπλα στο ένα μέτρο.
-58 ευρώ, μου λέει ο ταμίας. Ανοίγω το πορτοφόλι μου, βγάζω τρία εικοσάευρα και του τα δίνω ενώ την ίδια ώρα παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου επάνω στον πάγκο του ταμείου ένα πενηντάευρο.
Κάνω την υπόθεση ότι το άφησε κάποιος πελάτης και περιμένει ρέστα. Μου δίνει πίσω 2 ευρώ, παίρνω την τσάντα μου και πάω να φύγω.
-Ε, που πάτε μου φωνάζει ο ένας από τους τρεις υπαλλήλους, αφήσατε αυτό το πενηντάευρο πάνω στο πάγκο του ταμείου.
Γυρνάω πίσω. –Όχι του λέω εγώ έδωσα τρία εικοσάευρα και πήρα ρέστα δύο ευρώ.

- Μπα, σίγουρα βγάλατε πρώτα το πενηντάευρο, το αφήσατε πάνω στον πάγκο και μετά όταν ακούσατε ότι κάνουν 58 ευρώ, βγάλατε και δώσατε και τα τρία εικοσάευρα. Εξ άλλου ποιανού άλλου να είναι;
Γυρνάω ενστικτωδώς και κοιτάω. Όλοι οι πελάτες έχουν φύγει. Είμαι μόνο εγώ μέσα στο φαρμακείο.
- Σίγουρα είναι δικό σας, πάρτε το μου λέει.
Η σιγουριά του σχεδόν με πείθει. Το παίρνω και φεύγω. Πηγαίνω ακριβώς δίπλα που είναι το Goody’s να πάρω κάτι για την κόρη μου.

Όση ώρα περιμένω, σκέφτομαι:
Ήταν σίγουρα δικό μου; Ήμουν τόσο αφηρημένος και δεν κατάλαβα ότι έβγαλα δύο φορές χρήματα από το πορτοφόλι μου; Όχι σίγουρα δεν είναι δικό μου, αφού θυμήθηκα ότι έβγαλα να πληρώσω στο σούπερ μάρκετ κι είχα μόνο εικοσάευρα αφού τα είχα πάρει από το ΑΤΜ.
Τώρα, πως το εξηγείς αυτό;
Έπιασε η ευχή της κυρίας στη λαϊκή.
Μπα, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια καραμπινάτη…ετεροχρονισμένη συγχρονικότητα του Γιουνγκ.
Άσε τις βλακείες, σοβαρέψου! Σίγουρα κάποιος από τους πελάτες, πριν από σένα πλήρωσε, ο ταμίας πιθανώς να του έδωσε και ρέστα και ξέχασε να πάρει το χαρτονόμισμα και να το βάλει μέσα στο ταμείο.

Άρα; Πήγαινε πίσω στο φαρμακείο και κόψε κίνηση. Μπορεί να κατάλαβαν τι συνέβη και να λυθεί το ζήτημα.

Πήρα την παραγγελία από το Goody’s και κατευθύνθηκα προς το φαρμακείο. Έφθασα απ’ έξω κι ετοιμάστηκα να μπώ. Πίσω από το τζάμι στέκονταν οι υπάλληλοι και συνομιλούσαν, κοιτάζοντας προς τον δρόμο. Κοντοστάθηκα, τους κοίταξα, με κοίταξαν κι αυτοί, με αναγνώρισαν, μου χαμογέλασαν και συνέχισαν να μιλούν αμέριμνα.

Δεν άνοιξα την πόρτα… Συνέχισα προς το αυτοκίνητο μου, αλλά να πω πως με κατέκλισε μια αγαλλίαση; Ένα ωκεάνιο συναίσθημα;

Να το πω…

Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2007

Στην άλλη ζωή! στην άλλη ζωή!

----------ΖΩΗ 33----------------
Κρήτη, Χωριό, Φτώχεια, Μιζέρια.
Εκεί μεγάλωσα τα καλοκαίρια.
Αθήνα, φώτα, μετακομίσεις.
εφτά χρονάκια, όλο στερήσεις.

Δεκαοκτώ χρονών, Θεσσαλονίκη.
εκεί κατάφερα την πρώτη νίκη.
Δουλειά και διάβασμα. Πολυτεχνείο.
σχέσεις, φιλίες, "καιρός για δύο".

Μα ήρθε ο σεισμός, να μου γκρεμίσει
το κάστρο ιδεών που είχα χτίσει.
Μυαλό στο βάραθρο, πόνος πολύς.
μπορεί από μόνος σου να τρελαθείς.

Σκύλα και Χάρυβδη, εντός η πάλη.
καμιά βοήθεια, ξένοι οι άλλοι.
Περνούσε ο χρόνος και ο Λωτός
ήταν σ' απόσταση ετών φωτός.

Τότε με βρήκες για να με σώσεις
τροφή καρδιάς για να μου δώσεις
κι έγινε πόλεμος. Εγώ κι "εγώ"
κι όλο "πεθαίνω". γι' αυτό και Ζω!

Χαρά, Αγάπη, δίνω και παίρνω
στον Εαυτό μου τώρα βαίνω.
Έγινα φίλος της Μακαριότητας.
διάγω λάθρα της Δυαδικότητας.

Υ.Γ. Αμφιταλαντεύτηκα πολύ αν έπρεπε να το βάλω στο Blog. Όμως όσο κι αν εκ των υστέρων βλέπω ότι «Όλα είναι αέρας», εν τούτοις το παραπάνω «ποίημα» είναι μία προσωπική ένδειξη αν όχι απόδειξη, πως η ζωή μου –οι ζωές μας- δεν υπήρξε ποτέ μία αλλά πολλές…
Κάθε φορά πάλευα να νιώσω, να κατανοήσω, να συνειδητοποιήσω, ν’ ανέβω από το βάθος της κοιλάδας στην κορυφή του λόφου και μόλις το κατόρθωνα η ανταμοιβή μου ήταν ότι αποκτούσα μεν «ευρύτερη» όραση, ανακάλυπτα όμως ταυτόχρονα πως η κορυφή που στεκόμουν, βρισκόταν στους πρόποδες ενός ψηλότερου βουνού, στην κορυφή του οποίου «αναγκαστικά» έπρεπε ν’ ανέβω…
Έτσι αυτά που λένε τα παραπάνω στιχάκια είναι τόσο μακρινά πια, περιγράφουν μια από τις προηγούμενες ζωές μου, που θυμάμαι αχνά, σίγουρα μου θυμίζουν κάτι προσωπικό και παλιό –το καταλαβαίνω από το σφίξιμο που έχω στο στομάχι- όμως όπως λέει κι ένας αληθινός ποιητής, Ο Νικηφόρος Βρεττάκος:
«Την έθαψα στο κοιμητήρι των ερώτων. Λευκοντυμένη, κάτω απ’ τις αλέες, κι αντίκρυ απ’ την καλύβα της σελήνης…»

Τετάρτη, Ιουλίου 11, 2007

Στέκομαι όρθιος

Οι άνθρωποι είναι σαν τ’ αστέρια που παρατηρεί κανείς στον ουρανό, μιαν ασέληνη νύχτα.
Μοιάζουν να βρίσκονται τόσο κοντά το ένα με το άλλο κι όμως στην πραγματικότητα, απέχουν μεταξύ τους έτη φωτός…

Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό που υπάρχει ανάμεσα τους δεν είναι τίποτα άλλο από το κενό. Το απέραντο κενό…

Στέκομαι όρθιος, εδώ, στην εσχατιά του σύμπαντος και νιώθω καλά που τα συνειδητοποιώ όλα αυτά, χωρίς να τρέχω να κρυφτώ κάτω από το φουστάνι της μάνας μου ή να ψάχνω για παρηγορία μέσω της θρησκείας, που είναι το ίδιο πράγμα…

Κυριακή, Φεβρουαρίου 25, 2007

Η φαγούρα του μπάρμπα μου…

Ο μπάρμπας μου ο Χαραλάμπης, ήταν δυο μέτρα άντρας. Ευρύστερνος, αλαφροκουταλάτος, ομορφάντρας. Με δυο λόγια: Κρητίκαρος.
Τον θυμάμαι να καβαλικεύει περήφανα το μαύρο του άλογο, που μόνο αυτός το ‘κανε ζάφτι, μαυροπουκαμισάς, με τα τριζάτα στιβάνια του να γυαλίζουν στην στιλπνή κοιλιά του ζώου.

Είχε πολεμήσει στη Μικρά Ασία το εικοσιδυό κι είχε πιαστεί αιχμάλωτος. Κακουχίες, πείνα, ξύλο πολύ. Αλλά επέζησε. Γύρισε στο χωριό και παντρεύτηκε τη θειά μου την Αργυρή, τη μεγάλη αδερφή της μάνας μου. Έκαναν 5 παιδιά. Τέσσερις γιούς και μία κόρη.

Όλοι τον σέβονταν –και τον φοβούνταν λίγο-. Η γνώμη του ήταν νόμος. Μόνο η θειά μου του αντιμιλούσε:
- Μωρέ κακομοίρη κι απ’ όταν σε παντρεύτηκα, δεν εξεκουράστηκα. Δε επρολάβαινα να γεννήσω και με ξαναγάστρωνες!
- Ω ανάθεμα το και κακοπήγε σου τάξε! Της απαντούσε με ένα αδιόρατο χαμόγελο…

Εγώ θα ‘μουν 7-8 χρόνων κι αυτός είχε πατήσει τα εξήντα και βάλε, όταν αρρώστησε. Τον θυμάμαι να παραπονιέται για τους φρικτούς πόνους που είχε στα πόδια του, ειδικά όταν άλλαζε ο καιρός. Πολύ γρήγορα οι γιατροί του το ξέκοψαν. Οι φλέβες του είχαν πάθει μεγάλη ζημιά, που την απέδιδαν στο πολύ ξύλο που είχε φάει στα πόδια, στην αιχμαλωσία, όταν οι Τούρκοι τους ανάγκαζαν να περπατούν για μέρες ατέλειωτες…

Έτσι αρχικά του έκοψαν το ένα πόδι από το γόνατο. Τον θυμάμαι να περπατά με πατερίτσες με το μπατζάκι διπλωμένο και πιασμένο με παραμάνα… Μετά από λίγο καιρό του έκοψαν και το άλλο. Του πήραν αναπηρικό καρότσι με ρόδες. Τα βράδια δεν πήγαινε πια στο καφενείο, όπως το χαν συνήθειο όλοι οι άντρες του χωριού...

Πήγαινα με την μάνα μου κάποιες βραδιές και του ‘κανα παρέα. Καθόμασταν τις καλοκαιρινές βραδιές στο μπαλκόνι και βλέπαμε τα άστρα, ηλεκτρικό δεν υπήρχε για να μας τυφλώνει…

Ήμουν περήφανος γιατί του ήμουν χρήσιμος. Του πήγαινα νερό όταν διψούσε και βέβαια ήμουν ό μόνος που επέτρεπε να σκαλίζω το ράδιο του. Ήταν ένα ράδιο με δερμάτινη θήκη και πτυσσόμενη κεραία που έπιανε μεσαία και βραχέα. Κανείς άλλος δεν είχε τέτοιο στο χωριό. Του το χε φέρει ο ένας από τους γιούς του που ήταν στα καράβια, από την Ιαπωνία. Θυμάμαι τα παράσιτα και το χαρακτηριστικό σφύριγμα που έκανε στα βραχέα αλλά και τα αράβικα, την πρώτη ξένη γλώσσα που είχα ακούσει, καθώς έπιανε Κάιρο κι άλλους αραβικούς σταθμούς.

Δεν τον θυμάμαι να παραπονιέται ποτέ. Το μόνο που τον τρέλαινε ήταν όταν τον έπιανε φαγούρα όπως έλεγε στα δάκτυλα των ποδιών του ή στις πατούσες και δεν μπορούσε να ξυθεί.
- Μεγάλο μαρτύριο παιδί μου -μου έλεγε- να μην έχεις πόδια και να σε φαγουρίζουν! Δεν μπορείς να ανακουφιστείς. Τι να ξύσεις; Τον αέρα;

Έτσι κι εγώ, ακόμη και σήμερα, σαράντα χρόνια μετά, εξακολουθώ να κάνω κάτι που εφάρμοσα μεγαλώνοντας. Όταν καμιά φορά με πιάνει φαγούρα, -ιδίως στα πόδια- δεν ξύνομαι. Προσπαθώ να συγκρατηθώ όσο περισσότερο γίνεται. Το θεωρώ κάτι σαν χρέος μου απέναντι στον μπάρμπα μου τον Χαραλάμπη. Νιώθω ότι του συμπαρίσταμαι και συμπάσχω μαζί του παρ' όλο που δεν ζει πια παρά μόνο στη σκέψη μου.
Είναι ο τρόπος μου να τον θυμάμαι. Έστω κι αν στο τέλος αρκετές φορές υποκύπτω…

Τρίτη, Φεβρουαρίου 06, 2007

Όλα είναι Αέρας…

Αέρας φυσά μανιασμένα, μέσα από αποσπασματικές μνήμες…
Έτσι όπως αναδύονται προξενούν αφόρητο πόνο, όπως η κολλημένη λεοντή στη σάρκα του Ηρακλή…

Φέρνει μαζί του μοναξιά και λήθη. Τον χρησιμοποιούν σαν όχημα πολλές αλύτρωτες ψυχές κι είναι αυτές που τις νύχτες σφυρίζουν δαιμονισμένα, καθώς περνούν ανάμεσα από τα θροΐζοντα φύλλα των δέντρων…

Είναι αυτός που ρίχνει τα λεμόνια από τις λεμονιές –κίτρινα λεμόνια στη γη, στήθη εφηβικά –
Είναι αυτός που χτυπά τα παραθυρόφυλλα στο μισογκρεμισμένο σπίτι –φτιαγμένο από πέτρες και χώμα, με τις αγριοσυκιές να ξεκοιλιάζουν τα σπλάχνα του-
κι άλλοτε ραπίζει χωρίς λύπηση καμιά, αυτούς που παλεύουν να πιαστούν από μια δέσμη φωτός…

Καμιά φορά γαληνεύει, ίσα-ίσα για να χαϊδέψει τα μακριά μαλλιά της νιότης κι αυτό είναι όλο…

Δεν ξεχνά ποτέ τον σκοπό του. Είναι αμίληκτος, προ πάντων με τον εαυτό του. Συνέχεια φεύγει, ποτέ δεν σταματά.
Στο πέρασμα του, προκαλεί βαθιές ρυγματώσεις μελαγχολίας στο είναι των ανθρώπων, επιτρέποντας έτσι στον χρόνο – τον ετεροθαλή του αδελφό- να εισχωρήσει εντός τους, κάνοντας τους να γεράσουν αναίτια…

Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2007

Απάντηση αντί σχολίου

πρεζα tv, πετεφρησ, onomatodosia, convinced, vita k, marina, mariosp, dodos (non private life, aphrodite, artfarted, hopkins, καπετάνισσα, λύσιππος, zizugataki, rodia)

Στη Κρήτη λέμε:
Όπου αγαπάς μην πολυπάς. Κι αν πολυπάς μην πολυκάτσεις. Κι αν πολυκάτσεις μην πολυμιλείς. Κι αν πολυμιλείς να ξέρεις –τουλάχιστον- τι λες. Μα όπου αγαπάς, μην πολυπάς…

Έτσι κι εγώ, για πολλά χρόνια, σπάνια επισκεπτόμουν το μέσα μου παιδί. Ό «έξω Κόσμος» ήταν το πεδίο ορισμού και το πεδίο τιμών μου, αν με εννοείτε…
Όμως όπως το νερό, όταν ψάχνει διέξοδο, έχει μια τέτοια δύναμη που σπάει και βράχο, έτσι και το μέσα μου παιδί για χρόνια, αθόρυβα, έσκαβε λαγούμια για να βγει από το σκοτεινό υπόγειο ετούτο.
Κι όταν αναδύθηκε δεν έφυγε, δεν το έσκασε, αλλά προτίμησε να μείνει μαζί μου, να (μου) μιλά και να εκφράζεται…

Και όχι μόνο. Σιγά-σιγά έκανε κατοχή στο είναι μου, κι έτσι, αν με ρωτήσετε, δεν ξέρω να σας απαντήσω: Εγώ μιλώ ή αυτό; Κατόρθωσε μάλιστα ν’ αλλάξει το πεδίο ορισμού μου, το οποίο έγινε πλέον «Εγώ κι ο (έξω) Κόσμος» μαζί, ένα δυναμικό σύστημα διαθέτον feedback, αν με εννοείτε ξανά…

Γι αυτό όταν βλέπετε να παραπονιέμαι και συνάμα να απαιτώ, δείξτε κατανόηση…γιατί, εν τέλει:

Επέρασα καλούς καιρούς
τσι παιδικούς μου χρόνους.
μα πιο δεντρί ραβδίζουνε
και δε του σπούνε κλώνους…


Σας ευχαριστώ πολύ! Και οι ...8+8 είστε υπέροχοι!

Τετάρτη, Ιανουαρίου 03, 2007

ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ…

Λοιπόν, το αποφάσισα!
Όπως βλέπω κανείς –σχεδόν- δεν σχολιάζει τα όσα γράφω.
Αυτό σημαίνει ότι:
1ον) Κανείς δεν «μπαίνει» σ’ αυτό το Blog ή
2ον) Κάποιοι «μπαίνουν», διαβάζουν (ωχ μωρέ ο κάθε μαλάκας βρήκε χώρο και γράφει ότι μαλακία του κατέβει, σκέφτονται) και την «κάνουν» τρέχοντας, ή
3ον) Κάποιοι «μπαίνουν», διαβάζουν αλλά δεν τους λένε τίποτα ή βαριούνται και έτσι δεν τα σχολιάζουν, ή
4ον) Κάποιοι «μπαίνουν», διαβάζουν και μένουν ενεοί μπροστά στο ΤΕΛΕΙΟ οπότε πώς να σχολιάσουν…!

Επειδή με βάση τις πιθανότητες -αν θεωρήσουμε ότι όλες οι παραπάνω υποθέσεις είναι ισοβαρείς, που δεν είναι- συμπεραίνω με πιθανότητα 75%+ ότι δεν ενδιαφέρουν κανένα αυτά που γράφω και επομένως γιατί να τα δημοσιοποιώ…
Έτσι αποφάσισα να σταματήσω πια να postάρω, εκτός και αν σχολιάσετε αυτό το post κάμποσοι, θετικά ή αρνητικά.

Θα μου πείτε τι είναι αυτό πάλι. Μας εκβιάζεις; Ναι, σας εκβιάζω. Είμαι –συναισθηματικά- ένα παιδί που επιζητεί ένα χάδι στα μαλλιά ή ένα χαστούκι στο μάγουλο κι αν δεν μπορείτε να το προσφέρετε, εσείς χάνετε, όχι εγώ.
(Ωχ ξεφτίλα, ανοίγεις την ψυχούλα σου, εκτίθεσαι μαλάκα μου, δεν το καταλαβαίνεις; Ε, και; Big deal…)

Ιδού λοιπόν, αν στις επόμενες 7 ημέρες δεν σχολιάσετε αρκετοί, για να καταλάβω ότι κάποιοι παρακολουθούν αυτά που γράφω, σταματώ το Blogging.
Θα μου πείτε: Έχασε η Βενετιά βελόνι… Όντως

Υ.Γ. Cool παιδιά! It’s just a game! (ή όχι;)

Σάββατο, Δεκεμβρίου 16, 2006

Ταξίδι στην Απουσία

Θυμάμαι πως ήταν περασμένα μεσάνυχτα κι εγώ κάπνιζα όρθιος, στηριγμένος με τον αγκώνα στο κάγκελο του μπαλκονιού, στο σπίτι μου, στην Πλατεία Ιπποδρομίου. Ήταν μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα μ’ ένα ξάστερο ουρανό που έκανε τα χείλη να ριγούν και το κορμί να τρέμει…

Κι τότε αναίτια χωρίς καμιά σκέψη να έχει προηγηθεί, ξαφνικά, πήρα φόρα και πήδηξα… Πέρασα ξυστά από το απέναντι μπαλκόνι κι άρχισα να ανυψώνομαι αφήνοντας από κάτω μου τις κεραίες των πολυκατοικιών, στα δεξιά μου την Πλατεία Ναυαρίνου και σε χρόνο dt έφθασα στο Λευκό Πύργο. Άπλωσα το δεξί μου χέρι και πιάστηκα από τον ιστό την σημαίας κι έτσι προσγειώθηκα απαλά στην κορφή του.

Κοίταξα πρώτα προς την μεριά της θάλασσας από την Καλαμαριά μέχρι πέρα στον Φάρο της Μηχανιώνας στ’ αριστερά κι από το Καλοχώρι μέχρι τις ακτές της Κατερίνης στα δεξιά. Η ψυχή μου σκίρτησε μπροστά σ’ αυτή τη θέα κι αρχαίες μνήμες ανάβλυσαν μέσα μου.

Καθώς είμαι σκληρός προς τον εαυτό μου δεν του επέτρεψα να μπει σε ονειροπολήσεις και μ’ ένα απότομο τίναγμα εξφεντονίσθηκα στη στέγη του Ιπποκράτειου. Αμέσως με τύλιξαν οι εύρωστες σκεπτομορφές που «αναδίδονταν» από τα δωμάτια, από κάτω. Η Οιμωγή, ο Θρήνος, η Λύπη, ο Πόνος, η Θλίψη.

Τις αγκάλιασα και τις φίλησα όλες μία-μία, ήταν εξ άλλου η –πραγματική- συντροφιά μου, με συνόδευαν από την ώρα που γεννήθηκα, ασχέτως αν ως έφηβος τις «έφτυνα» γιατί γούσταρα να κάνω παρέα με την Χαρά, την Ομορφιά, τον Έρωτα…Μεγαλώνοντας κατάλαβα γιατί υπερτερούσαν. Γιατί οι μεν ήταν κόρες της αμείλικτης Εντροπίας ενώ οι δε, της φρούδας Ελπίδας…

Κυριεύτηκα τότε από την επιθυμία να δω την πόλη πανοραμικά. Πέταξα, επιταχύνοντας με 100g και σε χρόνο λιγότερο από τέσσερα δευτερόλεπτα προσγειώθηκα στην ταράτσα του Νεφέλη. Η πόλη κάτω κοιμόταν. Μπορούσες έτσι να δεις τα όνειρα των ανθρώπων να βγαίνουν από τα σπίτια και ν’ ακολουθούν ανοδική πορεία όπως ο αναθρώσκων καπνός.

Ήμουν όμως ασκημένος αρκετά ώστε να μην αφεθώ να με παρασύρουν τα όνειρα τους και να διασκορπιστώ κι εγώ όπως κι αυτά στην απεραντοσύνη του γαλάζιου κενού.. Συγκεντρώθηκα λοιπόν «κάτω» στην πραγματικότητα κι αυτό που διέκρινα ήταν η αέναη μάχη της Ζωής με τον Θάνατο…

Έβλεπα άντρες να σμίγουν με γυναίκες, παιδιά να γεννιούνται, άντρες και γυναίκες να γερνούν και να πεθαίνουν, τα παιδιά να μεγαλώνουν, να γίνονται άντρες και γυναίκες να σμίγουν μεταξύ τους όπως οι παππούδες τους κι οι γονείς τους και ούτω κάθε εξής… Έβλεπα με τι λύσσα η Σάρκα προσπαθούσε να νικήσει τον Χρόνο…

Ήταν σκληρό το θέαμα. Έτσι απέστρεψα το βλέμμα μου στρέφοντας το ψηλά στον Ουρανό. Για ελάχιστο χρόνο παρασύρθηκα. Πήγα να ψελλίσω « γιατί Θεέ μου, γιατί;». Όμως αμέσως επανήλθα στην πραγματικότητα καθώς διέκρινα σαν πάχνη την «κρύα» Απουσία να σκέπει τα πάντα. Κατανόησα τότε γιατί για τους πολλούς ήταν αβάστακτο να την ονομάζουν Απουσία. Προτιμούσαν το «Θεός». Ήταν η παραμυθία τους.
Μια ριπή κρύου αέρα φύσηξε από την μεριά του Χορτιάτη κάνοντας με να ανατριχιάσω. Ένοιωσα να με «τσιμπάει» πίσω στην ωμοπλάτη το πιάσιμο που με ταλαιπωρεί χρόνια. – Έχει γούστο σκέφτηκα…

Αυτόματα βρέθηκα αιωρούμενος πίσω στο μπαλκόνι του σπιτιού μου. Έκπληκτος είδα το σαρκίο μου πεσμένο ανάσκελα στα πλακάκια και το τσιγάρο δίπλα να καίει ακόμη. Να πω ότι λυπήθηκα, θα ήταν ψέματα.
Έτσι είναι λοιπόν όταν «τα φτύνεις;», σκέφτηκα. Υπέροχα. Έκανα στροφή και επιταχύνοντας αργά αυτή την φορά, άρχισα να πετώ προς τα Κάστρα. Ήμουν σίγουρος πως η θέα της πόλης πάνω από τα τείχη μια τέτοια ξάστερη νύκτα, θα ήταν εξαιρετική…

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 05, 2006

Τυχαίες …Συμπτώσεις

Χίλια εννιακόσια τριάντα οκτώ. Σ’ ένα στρατόπεδο έξω από τις Σέρρες. Ο ένας στρατιώτης Κρητικός, Αστρινός τ’ όνομα του, υπεύθυνος για τα κτήνη (μουλάρια, άλογα ) της μονάδας. Κάτι σαν πρακτικός κτηνίατρος να πούμε, μια που στο χωριό του ήταν κτηνοτρόφος και ήξερε από ζώα, οπότε ο διοικητής τον κατέστησε υπεύθυνο. Έτσι τα βοηθούσε να ξεγεννήσουν, τα πετάλωνε κι αν κανένα απ’ αυτά έσπαζε κανένα πόδι του έβαζε αυτοσχέδιο νάρθηκα μέχρι να γίνει καλά. Ήταν δε καλός στην δουλειά αυτή κι έτσι πολλοί από τα γύρω χωριά όταν είχαν κάποιο πρόβλημα με τα μουλάρια, τα’ άλογα ή τα γαϊδούρια τους, ιδιαίτερα όταν είχαν κακή γέννα, πήγαιναν στον διοικητή του στρατοπέδου και τον παρακαλούσαν ν’ αφήσει τον Κρητικό στρατιώτη να πάει να τους βοηθήσει. Γιατί τότε τα ζώα ήταν πολύτιμα κι αν ψοφούσε κάποιο ήταν μεγάλη απώλεια.
Ο διοικητής έτυχε να ναι καλός κι έδινε την άδεια, οπότε ο Κρητικός στρατιώτης μετά από κάνα δυο δύσκολες γέννες, όπου είχε βοηθήσει τα ζώα, είχε αποκτήσει φήμη σ’ όλα τα γύρω χωριά. Ήταν και γλεντζές, ήταν και καλός στην παρέα κι έτσι οι χωρικοί που βοηθούσε και τον ταΐζανε αλλά και του δίνανε άλλος φράγκο άλλος δίφραγκο κι έτσι όχι μόνο έβγαζε τα τσιγάρα του αλλά του περίσσευαν κιόλας. Γιατί βέβαια από το χωριό να του στείλουνε οι δικοί του λεφτά χλωμό…
Ο άλλος στρατιώτης Ηπειρώτης, Γιώργης τα’ όνομα του, φτωχός κι αυτός δεν είχε στον ήλιο μοίρα, μόνο μια μάνα χήρα που τον περίμενε να γυρίσει…Και ταίριαξαν. Γίνανε φίλοι κι έλεγε ο ένας τον πόνο του στον άλλο, καπνίζοντας κι οι δυο από τα τσιγάρα του Κρητικού… Ώσπου μια μέρα ο Ηπειρώτης πήρε ένα γράμμα. Κι όταν του το διάβασαν –γιατί δεν ήξερε να διαβάζει- έβαλε τα κλάματα. Τον είδε ο Κρητικός κλαμένο –Τι έχεις; του λέει.
–Πέθανε η μάννα μου και πρέπει να πάω να την θάψω, αλλά δεν έχω φράγκο. Κι ούτε μια κάσα από ταβλιά δεν μπορώ να πάρω για να τη βάλω μέσα…
Έβγαλε τότε ο Κρητικός από την τσέπη του 150 δραχμές –ότι είχε και δεν είχε- και του τις έδωσε.
–Πάρε να πας να θάψεις τη μάννα σου κι άναψε κι ένα κερί από μένα στη μνήμη της.
Κλαίγοντας έσκυψε και του φιλούσε τα χέρια.
- Ο Θεός να σου δώσει χίλια καλά…

Χίλια εννιακόσια εξήντα τρία. Στον Πειραιά. Ο ένας, ο Κρητικός, περπατά στο δρόμο σκεφτικός, στενοχωρημένος. Είναι η Τρίτη εβδομάδα που βρίσκεται εδώ. Έχει έρθει από το χωριό του μαζί με την γυναίκα του που είχε κάποια γυναικολογικά προβλήματα και έτσι την έφερε στο Νοσοκομείο για εξετάσεις. Στην αρχή νόμιζαν ότι θα τελειώσουν σε δυο τρεις μέρες, οι γιατροί θα τους έδιναν τα φάρμακα που χρειάζονταν και θα γυρνούσαν πίσω στο σπίτι τους που τους περίμεναν τα πέντε παιδιά τους…
Αυτός έμενε σ’ ένα ξάδερφο του στην Καλλιθέα και κάθε πρωί έπαιρνε το λεωφορείο και κατέβαινε στον Πειραιά, όπου περνούσε όλη τη μέρα στο νοσοκομείο δίπλα στη γυναίκα του, περιμένοντας μια κουβέντα από τους γιατρούς… Μετά τη πρώτη εβδομάδα άρχισε ν’ απογοητεύεται. Έφυγε κι από το σπίτι του ξαδέρφου του, όσο κι αν αυτός τον παρακάλεσε, ήταν υπερήφανος βλέπεις, δεν ήθελε να τον επιβαρύνει κι άλλο, κι ένα πιάτο φαί που έτρωγε σ’ αυτόν, καταλάβαινε ότι τον επιβάρυνε, άσε που έμεναν σ’ ένα δυάρι ο ξάδερφος, η γυναίκα του και τα τρία παιδιά του, μαζί κι αυτός που τους είχε φορτωθεί…Εξ άλλου οι γιατροί τους είχαν πει, πως σε 3-4 μέρες το πολύ, θα ολοκληρώνονταν η θεραπεία και θα ‘φευγαν με το καλό για το σπίτι τους. Έτσι βρήκε ένα ξενοδοχείο όγδοης κατηγορίας στον Πειραιά αφού λογάριασε ότι τα λεφτά που είχε του έφταναν για αυτές τις 3-4 μέρες και για τα εισιτήρια του καραβιού, άσε που εξοικονομούσε και τα 2 εισιτήρια του λεωφορείου πήγεν-έλα στην Καλλιθέα.
Όμως σαν πέρασαν τρεις μέρες, τον φώναξε ό διευθυντής της κλινικής και ενώ περίμενε να του ανακοινώσει ότι θα φύγουν την επαύριο, αυτός του είπε πως τελικά οι ακτινογραφίες έδειξαν κάποιον όγκο και πως θα πρέπει να γίνει αμέσως εγχείρηση κι αυτό σήμαινε πως θα κρατούσαν τη γυναίκα του άλλες 7 με 10 μέρες ώσπου να αναρρώσει και να είναι σε θέση να ταξιδέψει…
Του ‘ρθε ο ουρανός σφοντύλι.
– Κοίτα, ξέρω ότι δυσκολεύεσαι πολύ, αυτό που μπορώ να κάνω και θα το κάνω, είναι να δώσω εντολή να φέρνουν δυο μερίδες φαγητό στη γυναίκα σου, για να μπορείς να τρως κι εσύ, του ‘πε ο γιατρός. Και μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά…
Με βαριά καρδιά πήγε στη γυναίκα του και της είπε τα καθέκαστα. Ήταν που ‘χαν αφήσει τόσες μέρες τώρα πέντε παιδιά πίσω, χωρίς να λογαριάσει τον γάιδαρο, τις τέσσερις κατσίκες και την γουρούνα τους…
Όπως περπατάει λοιπόν φτάνει έξω από ένα ζαχαροπλαστείο-καφενείο. Έχει τραπεζάκια μέσα και έξω, στο πεζοδρόμιο. Κοντοστέκεται και κοιτάζει μέσα από τη βιτρίνα. Τον έπιασε η μυρωδιά του καφέ και της κανέλλας που έχουν περιχύσει πάνω από τους ζεστούς λουκουμάδες με μέλι που βγάζουν εκείνη τη στιγμή. Βάζει ενστικτωδώς το χέρι στην τσέπη και ψαχουλεύει. Συνειδητοποιεί –όχι πως το ‘χε ξεχάσει- πως έχει μόνο 15 δραχμές. Κι έχει να πληρώσει το ξενοδοχείο – ο θεός να το κάνει ξενοδοχείο- και τα εισιτήρια του καραβιού. Και δεν φτάνουν… και ποιόν να βρει να του δανείσει -ο ξάδερφος ούτε κουβέντα, που να τα βρει κι αυτός-. Κι άντε και έβρισκε κάποιον να τον δανείσει. Πως θα του τα επέστρεφε, που κι αυτά που είχε ξοδέψει μέχρι τώρα, δανεικά τα είχε πάρει από κάποιους συγγενείς από το χωριό…
Έτσι η σκέψη που για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό του –να κάτσει δηλαδή και να παραγγείλει ένα πιάτο ζεστούς λουκουμάδες με μέλι, και κανέλλα παρακαλώ, μ’ ένα ποτήρι νερό παγωμένο, κι ύστερα κι ένα καφέ σε χοντρό φλιτζάνι, όπως του άρεσε να τον πίνει, έσβησε μεμιάς κι έκανε στροφή για να συνεχίσει το δρόμο του προς το νοσοκομείο.
Εκείνη την ώρα στη πόρτα του ζαχαροπλαστείου φάνηκε ο ταμίας, ένας χοντρός, φαλακρός, που όση ώρα ο Κρητικός κοίταζε μέσα από τη βιτρίνα, αυτός τον παρακολουθούσε από μέσα, από την καρέκλα του ταμείου που κάθονταν.
- Γεια σου κουμπάρε, που πας; Ο Κρητικός ξαφνιάστηκε και γύρισε πίσω.
- Πάω στο νοσοκομείο που έχω τη γυναίκα μου
- Έ κάτσε να πιεις ένα καφέ πρώτα
- Φχαριστώ κουμπάρε, μα δεν έχω απάνω μου λεφτά τούτη την ώρα…
- Έ, δεν πειράζει. Ένα καφέ μπορούμε να τον κεράσουμε.

Κι έτσι έκατσε σ’ ένα τραπεζάκι. Και τον σέρβιραν καφέ και διπλή μερίδα λουκουμάδες κι ο χοντρός και φαλακρός κάθισε μαζί του και του πιασε κουβέντα. Και στη κουβέντα απάνω του τα ‘πε όλα. Πως δεν είχε τα λεφτά για να πληρώσει το ξενοδοχείο κι ούτε τα εισιτήρια για το καράβι. Κι όταν τον ρώτησε ο χοντρός και φαλακρός πόσα περίπου χρειάζονταν για όλα αυτά, αυτός του είπε πως είχε υπολογίσει ότι γύρω στις 150 δραχμές ήταν αρκετές, χωρίς βέβαια να υπολογίσει μέσα σ’ αυτά και τα φάρμακα που θα τους έγραφαν οι γιατροί… Κι ύστερα τον είδε που σηκώθηκε και πήγε στο ταμείο το άνοιξε, πήρε πέντε ολόκληρα κατοστάρικα κι ήρθε πάλι στο τραπεζάκι που κάθονταν.
-Να πάρε να κάνεις τη δουλειά σου του είπε.. Και κάθε πρωί μέχρι να φύγεις θα ‘ρχεσαι εδώ να πίνεις τον καφέ σου, να τρως και τους λουκουμάδες σου…
Ο ένας, ο Κρητικός τα έχασε.
- Κουμπάρε είναι πολλά τα λεφτά που μου δίνεις, πως θα στα ξεπληρώσω; Δεν έχω παρά τη ταυτότητα μου να σ’ αφήσω για εγγύηση…
- Κοίταξε με καλά του είπε ο άλλος. Δεν σου θυμίζω τίποτα; Έχω βέβαια παχύνει, πέσανε και τα μαλλιά μου αλλά..
- Γιώργη, ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ;!
- Ναι Αστρινέ, εγώ είμαι!
Μόλις σε είδα μέσα από τη βιτρίνα του μαγαζιού σε γνώρισα. Γιατί πάντα μέσα μου, όλα αυτά τα χρόνια δεν σε ξέχασα και σκεφτόμουν πως θα μπορούσα να σε βρω για να σου ξεπληρώσω το καλό που μου κανες… Τα τόσα τσιγάρα που μου δάνεισες και τα λεφτά για ν’ αγοράσω τη κάσα της μάνας μου. Έτσι λοιπόν δεν μου χρωστάς τίποτα. Το αντίθετο.Εγώ σου χρωστάω.

Για πολύ καιρό τα γκαρσόνια κι οι λίγοι πελάτες που βρίσκονταν εκείνο το πρωί στο μικρό ζαχαροπλαστείο-καφενείο θυμούνταν με συγκίνηση, δυο άντρες, να σηκώνονται από το τραπέζι που κάθονταν και δακρυσμένοι να αγκαλιάζουν ο ένας τον άλλον

Free Blog Counter